Ο Trump, η Hayer και ο γιατιδελετεκαιγιατισμός

Οδυσσέας Γραμματικάκης
Οδυσσέας Γραμματικάκης

 

Όταν η αντιφασίστρια Heather Hayer, υπάλληλος γραφείου, μόλις 32 χρονών, έπεφτε νεκρή κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ναζιστής δολοφόνος James Alex Fields Jr., ο, καθόλου γνωστός ούτε για τον προοδευτισμό ούτε για την παρρησία του, αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, προσπάθησε να καλύψει τους φασίστες και τους ρατσιστές που ανοιχτά τον στηρίζουν με την περίφημη φράση “What about the alt-left? There was violence on both sides” (μτφ. “Γιατί δε λέτε και για την εναλλακτική αριστερά; Υπήρξε βία κι απ’τις δύο πλευρές”)

Πριν από λίγες μέρες σημειώθηκε στο Ηράκλειο ένα περιστατικό πρωτοφανούς βιαιότητας, που, ως φανατικό ανθρωπιστή και δημοκράτη, με τρόμαξε βαθύτατα.

Με τη φράση του αυτή, είναι προφανές ότι ο Trump επινόησε έναν φανταστικό εχθρό, την “εναλλακτική αριστερά”, που στις Η.Π.Α. απλά δεν υπάρχει, ώστε να καταφέρει, με το δεύτερο κομμάτι της, να υποστηρίξει την τόσο πολύτιμη για τον νεοφιλελευθερισμό ρητορική των δύο άκρων, ή των ίσων αποστάσεων. Έκανε όμως και κάτι άλλο, πολύ πιο ύπουλο και ίσως, σε βάθος χρόνου, πιο επικίνδυνο: χρησιμοποίησε μια παλιά τεχνική προπαγάνδας, ένα ρητορικό τρικ αποπροσανατολισμού, που τελευταία έχει, δυστυχώς και στην Ελλάδα, γίνει τόσο αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού διαλόγου, που μας φαίνεται αυτονόητο.

Μιλάω για την τεχνική που ο μεγαλοφυής σατιρικός σχολιαστής John Oliver έχει εύστοχα ονομάσει whataboutism, και εγώ εδώ, χάριν μη συντομίας, θα ονομάζω γιατιδελετεκαιγιατισμό. Παραδείγματα γιατιδελετεκαιγιατισμού βλέπετε καθημερινά στις οθόνες σας, είτε στα τηλεοπτικά πάνελ είτε στην αρθρογραφία. Όταν, για παράδειγμα, ένας πολιτικός της κυβέρνησης, για να υπεραμυνθεί της καινούριας περικοπής στις συντάξεις που μόλις έχει ψηφίσει, απαντάει “Γιατί δε λέτε και για τότε που ήσασταν εσείς κυβέρνηση, και είχατε πετάξει στο δρόμο τις καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών;”, χρησιμοποιεί αυτό ακριβώς το προπαγανδιστικό εργαλείο. Όταν ένας σχολιαστής κάτω από ένα άρθρο που καταδικάζει, φερ’ειπείν, τη ναζιστική βία, γράφει “Ναι, αλλά για τη marfin δε λέτε τίποτα” κάνει επίσης ακριβώς αυτό.

Το εργαλείο βασίζεται στην, όχι και τόσο λογική, λογική ότι, αφού όλοι είμαστε ένοχοι για κάτι, δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον. Το ότι όμως καταδικάζω την ναζιστική βία, δεν σημαίνει ότι υπεραμύνομαι της βίας που οδήγησε στην, ακόμα σκοτεινή, υπόθεση της marfin, ή ότι είμαι συνυπεύθυνος γι’αυτήν· πρόκειται για δύο συζητήσεις απολύτως διαφορετικές μεταξύ τους, ακόμα κι αν είναι κι οι δύο σημαντικές.

Η προπαγάνδα που χρησιμοποιεί τον γιατιδελετεκαιγιατισμό έχει επίσης την ιδιότητα να μπορεί να εξισώσει όχι μόνο υποθέσεις άσχετες μεταξύ τους, αλλά και υποθέσεις με απολύτως διαφορετική σημασία και βαρύτητα. Για παράδειγμα, η περίφημη φράση του Θ. Πάγκαλου “μαζί τα φάγαμε”, αν και διατυπωμένη αλλιώς, στο βάθος της χρησιμοποιεί το ίδιο εργαλείο: προσπαθεί να εξισώσει τις μικροπαρανομίες εκατομμυρίων ελλήνων με το τεράστιο φαγοπότι που, πάνω σε κρατικά κονδύλια, είχε ταΐσει το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος εδώ και δεκαετίες. Θα μπορούσε ο πολιτικός να είχε ρωτήσει “γιατί δε λέτε όμως και για τα χρήματα που φάγατε εσείς;” και το σαθρό επιχείρημα θα ήταν ακριβώς το ίδιο.

Όμως ο γιατιδελετεκαιγιατισμός, όπως και τα περισσότερα εργαλεία προπαγάνδας, καταρρέουν πολύ εύκολα όταν βρεθούν αντιμέτωπα με την κριτική ανάλυση ενός στοιχειωδώς σκεπτόμενου ανθρώπου· και εδώ θα σας μεταφέρω ένα, πολύ εύστοχο, παράδειγμα του John Oliver: ας πούμε πως έχω έναν φίλο που του αρέσει να φοράει σανδάλια με κίτρινες ριγέ κάλτσες· μπορεί να τον κριτικάρω, να τον κοροϊδέψω ή και να τον γελοιοποιήσω γι’αυτό· όταν δω όμως πως τα σανδάλια αυτά τα χρησιμοποιεί για να κλωτσήσει στ’αχαμνά τον Χίτλερ, το ίδιο το υπόδημα και το χρώμα της κάλτσας θα έχουν, απλά, πάψει να μ’ενδιαφέρουν· γιατί το ίδιο το ευτυχές γεγονός της κλωτσιάς, είναι απείρως σημαντικότερο απ’αυτά.

Πριν από λίγες μέρες σημειώθηκε στο Ηράκλειο ένα περιστατικό πρωτοφανούς βιαιότητας, που, ως φανατικό ανθρωπιστή και δημοκράτη, με τρόμαξε βαθύτατα: και η σημασία του είναι τέτοια, που το χρώμα των καλτσών των παρ’ολίγον θυμάτων του, αν ήταν κίτρινες, πράσινες, μπλε ή, μαυροκόκκινες, απλά δεν με ενδιαφέρει. Το αποκρουστικό φίδι του ναζισμού που, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, έχει πια βγει για τα καλά από την τρύπα του, πρέπει να το παλέψουμε μαζί, όσοι και όσες πιστεύουμε στην πρόοδο και την δημοκρατία, και να φροντίσουμε όχι μόνο να το στείλουμε με τις κλωτσιές πίσω, αλλά αυτή τη φορά να φράξουμε και την τρύπα άπαξ και δια παντός. Και μετά, ίσως να ξαναέχουμε την πολυτέλεια να τσακωνόμαστε για τις ουτοπίες και τις ονειρώξεις μας.

(φωτογραφία: στιγμιότυπο από την ταινία La antena του Esteban Sapir, 2007)