Όταν με έριξαν στη θάλασσα

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Από τότε που πρωτομπήκα στο νερό της θάλασσας, -δεν μπήκα, μέ έριξαν- φαίνεται ότι κάποια μάγισσα, αγαθή ή κακιά δεν ξέρω, μου βάρεσε με το ραβδί της μια κατακέφαλα και δεν μπορώ να φύγω παρά μόνο για κάποιες ώρες, μακρυά από την Μεγάλη Κυρά. Σας εξομολογούμαι ότι ακόμη κι όταν ταξιδεύω σε χώρες μεσόγειες, τη δεύτερη μέρα αισθάνομαι πνιγμένος και την τρίτη ψάχνω εναγωνίως να βρω ποιο τρένο μπορεί να με οδηγήσει, έστω -και πάλι- να δω τον ωκεανό, τον άγνωστο.

Υπερβολές θα μου πείτε και μεταξύ μας δε θα έχετε και άδικο. Ασφαλώς και υπερβάλλω. Κι αυτήν όμως την υπερβολή της αμφισβητώ όταν βρεθώ να πλέω με κανένα τρεχαντήρι, οπουδήποτε στην Άσπρη Θάλασσα, το Αιγαίο όπως το λέμε σήμερα.

Χτυπώ ξύλο, αλλά άμα αποθάνω δε θα ‘θελα να με πετάξουν στη θάλασσα. Και αυτό επειδή είμαι πεπεισμένος ότι ποτέ δε θα απομακρυνθώ απ’ αυτήν.

Κεφάτος, κεφάτος λοιπόν πήγα σήμερα να κάνω την τέταρτη βουτιά μου, το 2018. Πάγωσα και μου κόπηκε η αναπνοή! Όμως για τις «βλαβερές συνέπειες του καπνού» που έλεγε ο μπάρμπα Τσέχωφ, θα μιλήσομε μιαν άλλη φορά.
Ίσως και αύριο.

Αρέσκομαι, καθώς ξέρετε να διδάσκω μεν, αλλά να μην κρατώ τους νόμους. Είναι αυτό μια απόλαυση που και να θέλετε, δε θα στερηθώ.

Πετάτε λοιπόν τα μισά απ’ όσα σας γράφω στη θάλασσα και όλα όταν σαν κάνω υποδείξεις. Τότε, θα τα πάμε μέλι γάλα.