Όταν η μόδα κάθε είδους, γίνεται στάση ζωής

Γιάννης Ζωγραφάκης
Γιάννης Ζωγραφάκης

Πάω για καφέ στο κέντρο του Ηρακλείου.

Συνήθως επιλέγω κάπου στις παρυφές του κέντρου να κάτσω να πιο καφέ, εκεί στα κράσπεδα που συνήθως μαζεύεται λιγότερος κόσμος.

Δεν θέλω απόλυτη ησυχία, αυτό που θέλω είναι το δικαίωμα μου να μιλήσω και να σκεφτώ αλλά αν κάτσεις στις πιο ιν καφετέριες που συνωστίζονται όλοι σαν να είσαι μέσα σε τρόλεϋ στην Ομόνοια σε ώρα αιχμής, εκεί χώρια το ότι δεν θα ξέρεις πια είναι η παρέα σου εφόσον είσαι κολλητά με τον διπλανό και πιο εύκολα μιλάς σε αυτόν παρά στον ή στην φίλη σου, δεν μπορείς καν να τον ακούσεις, από την δυνατή μουσική ή από την οχλαγωγία που υπάρχει εκεί.

Είναι βλέπετε η μόδα και στην ερώτηση που θα πάμε να κάτσουμε, η απάντηση θα είναι συγκεκριμένη.

Είναι λίγο αστείο αλλά πολλές φορές αισθάνεσαι σαν τους ναυαγούς που πάνε να πιαστούν για να μην πνιγούν, από την μόνη σωσίβια λέμβο που έχει απομείνει, ψάχνοντας να βρεις τραπέζι σε μια από αυτές τις περιζήτητες καφετέριες.

Είναι βλέπετε η μόδα και αλίμονο αν τολμήσεις να προτείνεις κάτι ελαφρά εκτός μόδας, ξέρετε κάτι πιο ήσυχο και πιο νορμάλ, αμέσως βλέπεις το σκληρό πρόσωπο της κοινωνίας στα πρόσωπα των φίλων σου.

Γίνεσαι ο σατανιστής της παρέας, το μαύρο πρόβατο της διασκέδασης.

Φυσικά αυτή η μόδα ταυτίζεται έντονα και με την άλλη μόδα, αυτή του κινητού, γιατί με μια νορμάλ κατά τα σημερινά δεδομένα παρέα, αν πας να κάτσεις σε μια καφετέρια θα ασχοληθείς με το κινητό σου.

Είσαι με γκόμενα, είσαι με φίλο; Αν αρχίσεις αυτά τα παλαιομοδίτικα του στυλ ας κλείσουμε επιτέλους το κινητό να μιλήσουμε λίγο, γίνεσαι ιδιαιτέρως ενοχλητικός.

Είναι λίγο αστείο αλλά πολλές φορές αισθάνεσαι σαν τους ναυαγούς που πάνε να πιαστούν για να μην πνιγούν, από την μόνη σωσίβια λέμβο που έχει απομείνει, ψάχνοντας να βρεις τραπέζι σε μια από αυτές τις περιζήτητες καφετέριες.

Οπότε γιατί να μην στοιβαζόμαστε σε ένα και μόνο ιν και μοδάτο μέρος; Αυτό εξυπηρετεί πάνω από έναν σκοπούς.

Κατ’ αρχάς δεν μπορείς να μιλήσεις, άρα απερίσπαστος μπορείς να παίζεις με το κινητό σου στέλνοντας μηνύματα, δεύτερο γίνεσαι μια πρόχειρη βιτρίνα για το μαγαζί δημιουργώντας στον εαυτό σου την ψευδαίσθηση ότι συμβάλεις με την παρουσία σου στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Μπορεί να ανεβάσεις και μια κουλάτη φωτογραφία με τον καφέ στο τραπέζι για να πάρουν το μήνυμα πόσο καλά περνάς και οι υπόλοιποι που θα κάνουν το ίδιο και αν έχεις παραγγείλει και καμία βάφλα, τότε η αυτοεκτίμηση σου για το κατόρθωμα της ημέρας έχει φτάσει στα ύψη.

Και στο τέλος, μετά τον λογαριασμό του καφέ τι μένει; Τίποτα δεν μένει, άοσμα, άχρωμα περνάς στην επόμενη πίστα και στο επόμενο ανάλογο ιβέντ για να δείξεις την επιτυχία σου στην ζωή για άλλη μια φορά.

Αυτό συμβαίνει όταν η κάθε είδους μόδα γίνεται άκριτα, στάση ζωής, δεν σου αφήνει τίποτα, γιατί τίποτα από αυτά που έχεις υιοθετήσει δεν είναι δικό σου. Είναι απλά αντιγραφές κάποιου μοτίβου που σου υπέβαλαν στο κεφάλι.

Και οι μαϊμούδες αντιγράφουν ανθρώπινες κινήσεις και είναι σχετικά εύκολο να διδάξεις μια μαϊμού να κάνει πως παίζει πιάνο, όμως καμία μαϊμού δεν θα έχει ποτέ την ελπίδα να παίξει ένα nocturne του Σοπέν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *