Χανιωτάκηδες, Ρεθυμνιωτάκηδες, Στειακάκηδες και…Καστρινάκηδες-όχι Ηρακλειωτάκηδες

Μιχάλης Παπαχατζάκης
Μιχάλης Παπαχατζάκης

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεντα «ο κόσμος στο τέλος του κόσμου» (εκδ. Opera) και βλέπω στις πρώτες σελίδες το παρακάτω απόσπασμα:

«Ήξερα απέξω κι ανακατωτά εκείνα τα ονόματα που έφερναν στο νου περιπέτειες: το νησί του Κόνδορα, το νησί Πάρκερ, Κατάρα του Ντρέικ, το Λιμάνι της διχόνοιας, η νήσος της Απελπισίας, η νήσος της Πρόνοιας, ο Βράχος του Κρεμασμένου…»

Τα ονόματα αυτά υπάρχουν πράγματι. Όπως και πολλά άλλα παρεμφερή στα πάνω από δυο χιλιάδες νησιά και νησίδες που κατέχει η Χιλή, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων στη Γη του Πυρός, όπου και διαδραματίζεται το σκηνικό του βιβλίου. Εξάλλου, ένας λογοτέχνης-και μάλιστα του επιπέδου του Σεπούλβεντα-που θέλει να προσδιορίσει ακριβώς το χώρο του μυθιστορήματός του (γιατί έχει σημασία) δεν αναφέρει τοπωνύμια στα κουτουρού, δεν τα επινοεί˙ κάνει έρευνα.

Πρόκειται για ονόματα που θα φανούν παράξενα, γοητευτικά και που από μόνα τους σε κάνουν να σκέφτεσαι μια ιστορία (ο «βράχος του κρεμασμένου», κάποια ανταρσία σε πλοίο; Ποιος ξέρει! Όμως αναρρωτιέσαι) ή να σχηματίσεις μια εικόνα, δηλαδή μιλάμε για ονόματα που προσδίδουν ένα αναγνωριστικό χαρακτηριστικό σε εκείνο το κομμάτι γης. Και τα οποία πρέπει να διατηρούνται μέχρι τουλάχιστον να προκύψει κάτι πιο επίκαιρο ή κάτι πιο χαρακτηριστικό ή-γιατί όχι-μια πιο ενδιαφέρουσα ιστορία. Ή μια χαρακτηριστικότερη εικόνα. Η καλή γεωγραφία απαραιτήτως πρέπει να συνδυάζεται με την ιστορία. Έτσι δένει.

Περπατώντας στα βουνά της Κρήτης με εντυπωσιάζουν τα ονόματα που έχουν δώσει οι βοσκοί (και γενικά όσοι τα διέσχιζαν συχνά γιατί είχαν κάποια δουλειά εκεί) σε πλαγιές, βουνοκορφές, ρέματα, σε δέτες και χαράκια και που διατηρούνται προφορικά από γενιά σε γενιά ή, για να κατέβουμε και στις πόλεις, αναφέρονται σε συμβολαιογραφικές πράξεις. Πόσες φορές έχω δει σε συμβόλαιο τη γειτονιά «Ντάμπια» που σήμερα τη λένε Ανάληψη, ή το «Τοπ Αλτί *», δηλαδή σήμερα τις Μεσσαμπελιές. Θεωρητικά, όπως η γλώσσα αλλάζει, έτσι και οι ονομασίες έχουν έναν δυναμικό χαρακτήρα. Όμως εδώ αναμιγνύεται και ο εθνικισμός (ειδικά μετά την Ανταλλαγή πληθυσμών του 1922), ή μια κάποια «εθνική κοσμιότητα» που διακατέχει δημοτικές και νομαρχιακές αρχές και προκύπτουν αισθητικά εκτρώματα. Η λέξη δεν είναι υπερβολική για κάποιον που γοητεύεται από την ιστορία. Όπως η καθαρεύουσα ήταν μια τεχνητή γλώσσα όταν έγινε επίσημη (που δεν μιλιόταν από τον ελληνικό λαό-μιλούσε διαλέκτους ή τη δημοτική), έτσι ισχύει και με τις μετονομασίες: Τεχνητές, οι περισσότερες.

Η πόλη μας λεγόταν κάποτε Μεγάλο Κάστρο. Υπέροχη ονομασία! Πρόκειται για το μεγαλύτερο ή ισχυρότερο (21 χρόνια πολιορκία!) ίσως τείχος της ανατολικής Μεσογείου που περικλείει μια πόλη, και άρα λοιπόν είναι απόλυτα λογικό και εύστοχό αυτή να λέγεται έτσι. Πριν λεγόταν Χάνδακας (Κάντια,Καντιγιέ) που επίσης αναφερόταν σε ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της πόλης: την τεράστια τάφρο της. Μετονομάστηκε σε Ηράκλειο που δεν σημαίνει τίποτα. Κάποιοι ψάξανε και βρήκανε ότι υπήρχε κατά τα αρχαία χρόνια ένα ασήμαντο ψαροχώρι κάπου εδώ το οποίο λεγόταν έτσι. Αλλά στο ζόρι να απορριφτεί συλλήβδην η περίοδος που ο τόπος δεν διοικούνταν από Έλληνες ο ανάδοχος έκανε ένα απίστευτο άλμα στην ιστορία. Κάποιος θα βρει μια λογική σε αυτό, την περίοδο αμέσως μετά την απελευθέρωση της κάθε περιοχής, άσχετα αν τα ονόματα που δόθηκαν συνήθως ήταν θρησκευτικά (για να τελειώνουμε!). Η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε όμως και στο πρόγραμμα «Καποδίστρια» σε όλη την Ελλάδα και ξεπήδηξαν οι διάφοροι Καραϊσκάκηδες, Αγιοι Τάδε και αρχαιοελληνικά τοπωνύμια που είχαν ξεχαστεί εδώ και αιώνες. Κάποτε στο Κανλί Καστέλλι έγινε μια σκληρή μάχη και το φρούριό του ονομάστηκε «ματωμένο». Ο Προφήτης Ηλίας είχε…άλλη άποψη στον 20ο αιώνα: το υιοθέτησε μαζί με άλλα εκατοντάδες τοπωνύμια που έχουν το ίδιο όνομα. Και έτσι χάθηκε ένα όνομα που αφηγούνταν μια ιστορία. Με ευχαρίστηση, αντιθέτως, αντικρύζω τις οδικές ταμπέλες «Καινούργια Πόρτα», «Χανιώπορτα» και «Κομμένο Μπεντένι». Να, και μετονομασίες εύστοχες, κατά τη γνώμη μου, που επιτέλους κάποιοι της ημι-επισημοποιούν.

Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, στην Μακεδονία και στην Πελοπόννησο για παράδειγμα, το φαινόμενο ήταν καταθλιπτικό. Αν αναρωτηθούμε γιατί κάποια τοπωνύμια έχουν επίσημα αλλάξει εδώ και εκατό χρόνια κι όμως οι ντόπιοι επιμένουν να τα λένε με το παλιό όνομα, καταλαβαίνουμε πόσο χοντροκομμένα έγιναν οι ονοματοδοσίες και με ποιο γνώμονα, ή ακόμα και πόσο πιο κατάλληλο ή καλαίσθητο ήταν το παλιό όνομα, κι ας ήταν άλλης γλώσσας ή διαλέκτου. Πώς, ακούγοντάς το, αναρρωτιέσαι γιατί λέγεται έτσι. Και ίσως μάθεις μια ενδιαφέρουσα ιστορία.

*«Τοπ Αλτί» ονομάστηκαν πολλές περιοχές του Ηρακλείου. Τοπ είναι το κανόνι στα παλιά τούρκικα και εκεί που έφτανε το βόλι του από το τείχος του Ηρακλείου ήταν οι εκτάσεις που αποδίδονταν στην σουλτάνα της Κωνσταντινούπολης.