Φαραγκουλιτάκης Μανόλης ή «Μπαξές»

Κωστής Μουδάτσος
Κωστής Μουδάτσος

Ο Μανόλης Φαραγκουλιτάκης γεννήθηκε το 1923 κι έζησε στα Βορίζα, στις πρόποδες του Ψηλορείτη. Ήταν αυτοδίδαχτος δεξιοτέχνης. Στα όρη παρακολουθούσε τους παλαιότερους βοσκούς κι έτσι έμαθε μόνος να παίζει και να κατασκευάζει χαμπιόλια, ασκομαντούρες και άλλα πνευστά όργανα σε ηλικία δώδεκα χρονώ. Στην βούργια είχε το βιβλίο με τον Ερωτόκριτο και τον διάβαζε, όση ώρα δεν τον απασχολούσε η βόσκικη τέχνη ή δεν έπαιζε μουσική. Του Βικέντιου Κορνάρου, όπως έλεγε. Απάγγειλε, έπαιζε θιαμπόλι και τραγουδούσε στο χείλος του φαραγγιού, που απαντούσε από τα βάθη του.
Εκεί, στα βουνά έμαθε να ξομπλιάζει τις ασκομαντούρες με τον σουγιά και να κάνει ξόμπλια στα ξύλα. Σκάλιζε πετσετοθήκες , πιατέλες κι άλλα ξυλόγλυπτα. Αργότερα σε ηλικία εβδομήντα και πλέον χρονώ, παράδωσε μαθήματα για ξόμπλια σε παιδιά, συμμετέχοντας στα προγράμματα της λαϊκής επιμόρφωσης.
Σαν βοσκός στα βουνά έψαχνε κορυφές για να παίζει. Του άρεσε να παίζει στη σιγαλιά της νύχτας, στο μελωδικό και «νόστιμο» χαμπιόλι με τα επτά πατήματα, πολλώ λογιώ σκοπούς και κοντυλιές, συρτά, ριζίτικα τραγούδια και μελωδίες του Ερωτόκριτου. Με την ασκομαντούρα έπαιζε κοντυλιές, πεντοζάλια και πηδηχτούς χορούς.
Χρησιμοποιούσε ακόμη χαμπιόλι με μονό και λιανό καλάμι και γλώσσα, που του έδινε την δυνατότητα να παίζει περισσότερες κοντυλιές από την ασκομαντούρα. Ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης θυµάται: «Τα παλιά είχανε πέντε τρύπες. Εγώ ήµαθα µε πέντε. Αλλά τη Κατοχή µέσα ήταν ένα παιδί απ’ τη Μιαµού, απ’ τ’ Αστερούσια, και έπαιζε. Το γνώρισα στ’ αεροδρόµιο απού φτιάχνανε οι Γερµανοί στο Ντυµπάκι. Ήταν εκειά χιλιάδες κόσµος κι εδούλευγε. Ήτανε στα σύρµατα. Κι εγλεντίζανε κάθ’ αργά οι αθρώποι, είντα ’θελα κάµουνε; και τον είδα εκειά και τον άκουσα µια φορά κι έπαιζε µε εφτά τρύπες, όπως είν’ αυτό ακριβώς. Εγώ εβάστουν ένα µε πέντε. Και µου λέει: “Κουµπάρε Μανώλη, να σάξεις ένα µε εφτά πού ’χει πιο πολλά πατήµατα και παίζεις άνετα οτιδήποτε κοντυλιά και να ’ναι”. Αυτός ήτανε πιο μεγάλος από µένα, λεγότανε Χαρίδηµος Γερµανάκης.»
Του Μπαξέ του άρεσαν οι καλές παρέες στα όρη και στα γλέντια στα χωριά, σε γάμους, βαπτίσεις και πανηγύρια. Αργότερα συνεργάστηκε στη δισκογραφία, σε γλέντια και σε μουσικές περιοδείες με τον Ψαραντώνη, τους Σταυρακάκηδες , τους αδελφούς Στιβακτάκη , με τον Ross Daly, τον Ψαρογιώργη, τον Σγουρό κ.α. Διασκεύασε πολλές μελωδίες για πνευστά όργανα και διέσωσε τεχνικές σε μια εποχή που αυτά τα όργανα απειλήθηκαν με εξαφάνιση. Ήταν γλυκύτατος και ευγενικός άνθρωπος, ευρηματικός και παρατηρητικός, με δικά του αυστηρά κριτήρια κι αυτά τον χαρακτήριζαν και στο παίξιμο του. Αγαπούσε τους καλούς ανθρώπους και απεχθανόταν τα « παράσιτα» που δεν κάνουν καλή παρέα, όπως έλεγε. Έφυγε από κοντά μας το 2004.