Πρώτη Γενάρη 2000

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

Ανεβήκαμε στο «βουνό» ποδαράτοι από την κοντινή λεωφόρο. Εκεί, μετά την πλατεία, ήταν σαν να αφήναμε τον κόσμο που ξέραμε και να μπαίναμε σε έναν άλλο, μυστήριο, ανεξερεύνητο. Ένας ανηφορικός δρόμος με σπίτια και δυο- τρία μαγαζάκια, σκαλωμένα στην άκρη του σαν λαμπάκια σε χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν τα μόνα φώτα που συντρόφευαν το βήμα μας, ταχύ οδοιπορικό. Στο τελευταίο μικρό καταφύγιο του καπιταλισμού αγοράσαμε μπύρες.

Στα σακίδιά μας είχαμε προσάναμμα, μερικά μεγάλα καυσόξυλα, μια σακούλα κρέας σε παϊδάκια, 3 ντομάτες κι ένα καρβέλι ψωμί.

Στις τσέπες μας παίζανε και 2-3 σουγιάδες, όχι από αυτούς τους μικρούς που κάνουν για να καθαρίζεις τα δόντια σου αλλά κάτι μεγάλες λάμες που αν μας έπιαναν να τις κουβαλάμε θα μας έπαιρναν σηκωτούς στο αστυνομικό τμήμα.

Ωστόσο είχαμε θράσος, ο κίνδυνος έμοιαζε μακρινή κι αβάσιμη πιθανότητα. Ανήλικοι και ενήλικες μαζί. Όταν ανεβήκαμε το λόφο πήγαμε κατευθείαν στο σημείο που είχαμε σταμπάρει από πριν, ένα άνοιγμα δίπλα στο μονοπάτι, με μια κατακόρυφη σκαμμένη πλαγιά να το προστατεύει στα νώτα μας , όλο τον έναστρο ουρανό από πάνω μας και όλη την μισοκοιμισμένη ηλεκτροφωτισμένη πόλη μπροστά μας.

Μοιραστήκαμε τις προετοιμασίες χωρίς να χρειαζόμαστε οδηγίες από κανέναν. Άλλος πήγε για ξύλα, άλλος για μεγάλες πέτρες, άλλος να κόψει κίνηση και να γεμίσει νερό.

Εγώ έμεινα πίσω, να καθαρίσω το χώρο από χόρτα και φύλλα, να κυκλώσω τις πέτρες σε μια προγονική πυρά. Αραδιάσαμε τα ξύλα και μαζευτήκαμε όλοι τελετουργικά γύρω από τον κύκλο μας για να ανάψουμε τη φωτιά.

Το τσακμάκι πήγε στον νεότερο, εμείς την είχαμε χαρεί την εμπειρία, θέλαμε να την χαρεί κι ο πιο μικρός της παρέας.

Μόλις πήραν τα ξύλα για καλά, ανάψαμε τσιγάρα, όσοι καπνίζαμε, και κάτσαμε να κουβεντιάσουμε σιγανά και να χασκογελάσουμε με την άγνοια της πόλης από κάτω μας.

Λες και ήμασταν απρόσβλητοι εκεί πάνω, έξω από νόμους και συνθήκες, ένα μπουλούκι πειρατικό που θα ύψωνε την παντιέρα του απόψε χωρίς να πάρει χαμπάρι κανένας καλός νοικοκύρης. Ήπιαμε, τραγουδήσαμε, είπαμε τις ιστορίες μας, φάγαμε και ξανατραγουδήσαμε.

Το χάραμα, πριν φύγουμε, σβήσαμε καλά τις στάχτες μας, διαλύσαμε τον κύκλο και μαζέψαμε όλες τις αποδείξεις της χθεσινής μας κατάληψης. Ο λόφος φωτιζόταν και πρασίνιζε πια, και ξαναγυρνούσε στη δικαιοδοσία της πόλης.

Πριν χωρίσουμε, δώσαμε ραντεβού για την επόμενη φορά. Κάποιος άνοιξε ένα μικρό ραδιόφωνο. Η φωνή που ακούστηκε μας συνόδευσε από μακριά στον βιαστικό μας κατήφορο.

«Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα. Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ανταμώνω. Θέλω οξυγόνο, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω, ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ!»

Comments

  1. Oraia ta lete re    

    > Θέλω οξυγόνο, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω, ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ!»

    Εκείνος που θέλει να ζήσει. ( κείμενο του Ανδρέα Λασκαράτου, 1856.)

    Τίποτα πιο φρόνιμο απ’το να θέλεις να ζήσεις.
    Μα, θέλε να ζήσεις μ’αξιοπρέπεια, φίλε φρόνιμε.
    Είσαι άθεος. Με τις υγείες σου. Φιλονικήσαμε μαζί, εγώ υποστηρίζοντας την ύπαρξη ενός ανώτατου όντος, που εσύ αρνιόσουν.
    Και δε λείπεις ποτέ απ’την εκκλησία σου! Ας είναι.
    Μα δε μπορούσε τουλάχιστο να λείπει το βάγιο απ’ τον κόρφο σου.
    – Φίλε μου, θέλω να ζήσω.

    Είσαι γυμνασιάρχης. Δεν πιστεύεις ούτε εσύ τίποτα. Γιατί λοιπόν στην έναρξη των εξετάσεων μου φέρνεις παπά χρυσοστόλιστον, με διάκους και με ψαλτάδες, να κάνουν παράκληση;
    – Φίλε μου, θέλω να ζήσω.

    Τα παιδιά σου τα ξενίτεψες, μήπως σου τα πάρουν στην επιστράτευση. Καλά έκανες. Μα γιατί λοιπόν φωνασκείς υπέρ του πολέμου;
    – Φίλε μου, θέλω να ζήσω.

    Είσαι υποψήφιος βουλευτής και πηγαίνεις μιλώντας εναντίων στο χαρτόσημο, εναντίων στα τελωνεία, εναντίων στους φόρους γενικά.
    Θα προλάβεις τη λιγόστεψή τους στη Βουλή; Όχι βέβαια. Γιατί λοιπόν;
    – Φίλε μου, θέλω να ζήσω…
    – Μα, φίλε υποψήφιε, εγώ θα προτιμούσα να ζήσω χωρίς βουλευτιλίκι.
    – Κι’εγώ ,φίλε μου, προτιμώ να ζήσω με βουλευτιλίκι.

    Είσαι παπάς νοήμονας και σε στενή μυστικότητα μου αναγνωρίζεις τ’άστατα της θεολογίας μας. Μα, δέσποτα, γιατί τουλάχιστο δεν αποφεύγεις την επιβεβαίωσή τους κοντά στους απλούς ανθρώπους;
    – Φίλε μου, θέλω να ζήσω.

    Είσαι βασιλιάς και δίνεις άπονα την υπογραφή σου σε κάθε ζούρλια του πρωθυπουργού σου. Μα δε βλέπεις που έτσι χαντακώνεις το λαό σου;
    – Φίλε μου, θέλω να ζήσω…(με θρόνο).
    – Μα εγώ ,φίλε βασιλιά, θα προτιμούσα να ζήσω χωρίς θρόνο.
    – Κι’εγώ, φίλε ζουρλιάρη, προτιμώ να ζήσω με θρόνο.

    Έτσι, ο θελωζήσης τούτος, όποιος κι’αν είναι, δε βλέπει ότι, βαστώντας την κοινωνία στο σκοτάδι της τύφλας και της απάτης, αυτοκαταδικάζεται να ζει αυτός ο ίδιος σ’ένα κόσμο ανάξιο και να υποφέρει όλα τα παράλογα της αναξιότητας εκείνου του κόσμου, ενώ του λείπει η ανώτερη ανθρωπιά, που θα τον έκανε να χαίρεται μέσα σ’έναν κόσμο ανώτερο.
    Και γιατί, αφού αγωνίζεται τόσο ν’αφήσει τα παιδιά του σε καλύτερη κοινωνική θέση, να μην αγωνίζεται παρόμοια να τους αφήσει και καλύτερη κοινωνία;

    ——-
    Πάντα επίκαιρο και απόδειξη οτι εδώ και 150 χρόνια η κοινωνία μας δεν βελτιώθηκε σχεδόν καθόλου σε αρκετά σημεία, ιδίως η τελευταία παράγραφος.
    Ίσως όχι αρκετά σχετικό με το κείμενό σας, ίσως όμως και πολύ σχετικό. Αναλόγως πως το βλέπει κανείς.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.