Το ψοφόκρυο

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Έχω απομακρυνθεί κάποιες μέρες από τη θάλασσα αλλά σήμερα με το ψοφόκρυο δεν το αντέχω αγαπητοί φίλοι. Είναι πολύ έντονη βλέπετε, η νοσταλγία μου για τις ημέρες εκείνες, που αναζητούσα τέτοιους καιρούς για να πάω με την καλάμα μου στο Μόχλο για να ψαρέψω σαργούς. Κι όταν λέμε σαργούς εννοώ φαφούτηδες από 700 γραμμάρια μέχρι και ενάμιση κιλό ο καθένας!

Τότε λοιπόν που λέτε – κι ας μην πούμε πότε – ξεκινούσα νύχτα από το σπίτι, έπαιρνα τον αχώριστο φίλο μου Λευτέρη και έφτανα στις γωνιές μου στο Μόχλο, μόλις κι είχε σκάσει η αυλή. Η πρώτη μας δουλειά ήταν να μαζέψουμε θαλασσόξυλα και κλαδιά από την παραλία και να τα αποθηκεύσουμε σε ένα από τα σπηλιαράκια που μόνο εμείς γνωρίζαμε. Έπειτα, ξεκινούσε το ψάρεμα και η μάχη με τα κύματα όπως και οι δήθεν καυγάδες με το Λευτέρη που χρησιμοποιούσε πάντοτε μικρά αγκίστρια και του έφευγαν τα μεγάλα ψάρια.

Φορούσαμε δυο παντελόνια, δυο πουλόβερ μέσα από το αδιάβροχο μπουφάν, σκούφο και γάντια που όμως δεν είχαν και πολλή ζωή μια και μας εμπόδιζαν να δολώνουμε.

Πιάναμε δυο τρία ψάρια ο καθένας, κοροιδεύαμε το βορρά που χε λυσσάξει να μας καταπιεί και τραβούσαμε στο σπηλιαράκι να ανάψουμε φωτιά και να ξεπαγώσουμε. Βέβαια προτού καλά καλά τα ξύλα αρχίσουν να τριβολογούν, εμείς την κοπανούσαμε και πάλι για τη θάλασσα μια και η αίγλη του ψαρέματος κατανικούσε το ψοφολόγημα.

Θυμάμαι ότι τότε μια πολύ αγαπημένη μου φίλη μου είχε χαρίσει ένα μάλλινο σκούφο που όχι μόνο ήταν κομψός, αλλά και εξαιρετικά γουρλής! Έτσι πετούσα τους σαργούς τον ένα πίσω από τον άλλο κι έτρεχα και πάλι στο σπηλιαράκι να κάτσω δίπλα στη φωτιά και να πυρώσω τη σχάρα όπου θα έψηνα παϊδάκια το μεσημέρι για να φάμε και να απολαύσουμε την ωραία μας ρακή.

Αυτά ήταν τότε. Τώρα, κρυώνω. Ανάθεμα το πού κατάντησα.