Το σαβουροφάι

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Αν πάτε σε κανένα ψαράδικο της πόλης μας, θα διαπιστώσετε ότι η αστακομακαρονάδα, είναι το ακριβότερο και ίσως το πιο πολυπόθητο έδεσμα, από τους συμπολίτες μας εκείνους, που κάπως το φυσάει ακόμη η τσέπη τους όπως συνηθίσαμε να λέμε.

Κάποτε που λέτε βρισκόμουν κατακαλόκαιρο στη Σκύρο. Είναι πολλά χρόνια τώρα αλλά οπωσδήποτε αξέχαστα. Πρώτη μου δουλειά ήταν να πιάσω φιλίες με τους ψαράδες του νησιού, που δεν είναι και λίγοι!

Δέθηκα ιδιαίτερα με το πλήρωμα ενός μεγάλου τρεχαντηριού κι αποδέχτηκα με ενθουσιασμό την πρότασή τους να πάω την επομένη για ψάρεμα μαζί τους. Ο καιρός ήταν ανακατωσούρης αλλά ποιός τα υπολόγιζε αυτά. Απομακρυνθήκαμε από τη χώρα, και ρίξαμε κατά τις 11 το βράδυ όλα τα παραγάδια που ήταν δεμένα κι έτοιμα. Φυσικά ξενυχτήσαμε. Και μόλις έσκασε η ανατολή καινούργιοι μου φίλοι με ρώτησαν:

– Πεινάς Κρητικάκι;
– Λυσσώ, ήταν η απάντηση.
– Ε, κάτσε να μαγειρέψουμε και να φάμε. Δεν έχουμε τρόφιμα στο καϊκι αλλά ένα σαβουροφάι θα το κάνουμε.

Δεν τόλμησα να ρωτήσω – για να μη φανώ άσχετος – τι ήταν αυτό το σαβουροφάι. Είδα μόνο να στήνουν ένα μεγάλο και βαθύ τσικάλι με νερό. Όταν το νερό χοχλάκισε ο καπετάνιος πήγε κι έφερε δυο μεγάλους αστακούς από τους πολλούς που είχαμε πιάσει. Έριξε και μια χαχαλιά αλάτι στην τσικάλα, περίμενε κανένα εικοσάλεπτο να βράσουν καλά οι αστακοί και μετά στο ίδιο νερό έριξε δυο τρία πακέτα μακαρόνια ενώ άνοιγε και καθάριζε τους αστακούς.

– Κωστή έτοιμο το σαβουροφάι, μου είπε μετά από λίγο.
– Και γιατί σαβουροφάι καπετάνιο;
– Επειδή τους αστακούς που πιάσαμε, ποιός να τους αγοράσει; Το πολύ πολύ να φύγουνε ένα δυο και οι υπόλοιποι θα μείνουνε σαβούρα στο καΐκι.

Που να ήξερε τότε ο καπετάν Αντρέας – έτσι τον έλεγαν – ότι το σαβουροφάι του θα γινόταν έδεσμα πολυτελείας της ψαροταβέρνας.