Το πράσινο στο Ηράκλειο

από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα

Λιάνα Σταρίδα
Λιάνα Σταρίδα

«Κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας, οι περιηγητές και οι επισκέπτες της Κάντια περιέγραφαν το άφθονο πράσινο που επικρατούσε σε όλη την πόλη μέσα στα τείχη. Δεν βρισκόταν σχεδόν γωνιά και ακάλυπτος χώρος που να μην ήταν δεντροφυτεμένος και πρασινισμένος από κήπους και οπορωφόρα δέντρα. Ένα σύδενδρο και καταπράσινο χρώμα απάλυνε την όραση και προδιέθετε ευνοϊκά όλους τους ξένους που επισκέπτονταν την πόλη μας. Μα και μετά την παράδοση του Χάνδακα, οι Οθωμανοί έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στο πράσινο. Το Μεγάλο Κάστρο ήταν μια μεσαιωνική πολιτεία με όλα τα χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης. Ήταν όμως και μια μεγάλη απέραντη κηπούπολη. Στο κέντρο της υπήρχαν οι «περβόλες» με κάθε λογής δέντρα και βέβαια δεν μπορώ να παραλείψω τα πλατάνια, τα θεόρατα κι αιωνόβια πλατάνια, που ξεφύτρωναν σε κάθε γωνιά και σε κάθε πλατεία. Τι έμεινε σήμερα από όλο αυτό το άφθονο, χαρούμενο πράσινο στη χιλιόχρονη πολιτεία μας; Σχεδόν τίποτε. Ήρθε ο πολιτισμός, ήρθε η ρόδα, ήρθαν τα συμφέροντα, ήρθε η ασπλαχνιά των κατοίκων της και όλα τα κατάστρεψε, τα ξερίζωσε και τα αφάνισε. Κι έτσι το μεγάλο Κάστρο από «όμορφη, χαριτωμένη και γεμάτη από όλες τις απολαύσεις πολιτεία» έγινε μια γυμνή και αξιοθρήνητη πολιτεία». Αυτά έγραφε ο Ν. Σταυρινίδης σε άρθρο του για το πράσινο στο Ηράκλειο, το 1954.

Ας δούμε όμως πώς αντιμετώπιζαν το πράσινο στην πόλη μας από τα τέλη του 19ου αιώνα. Εργασίες μεγάλης κλίμακας που άρχισαν το 1892 αποσκοπούσαν στη βελτίωση της πόλης με πλακοστρώσεις και δενδροφυτεύσεις των κεντρικών δρόμων.

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η πλατεία των Κισλάδων ήταν ο κυριότερος χώρος αναψυχής των κατοίκων. Στο κατάφυτο ύψωμα ανατολικά της πλατείας, δίπλα στην πύλη του Αγίου Γεωργίου, καθόταν ο Πασάς του Κάστρου κάθε Παρασκευή, έπινε τον καφέ του, κάπνιζε το ναργιλέ του και άκουγε τη μουσική που έπαιζε γι’ αυτόν η μπάντα της τούρκικης φρουράς.

Κατά την περίοδο της Αυτονομίας, όλος ο τεράστιος κενός χώρος μπροστά από τον Μεγάλο Κισλά, το αλλοτινό Πεδίο του Άρεως, έγινε πλατεία. Στις αρχές του 20ού αιώνα ένα μέρος της πλατείας έγινε κήπος που περιφράχθηκε με φρουριακό περίβολο και οι πόρτες του κλείνανε κάθε βράδυ. Σχόλια για την εικόνα της πλατείας και προτάσεις για τη βελτίωσή της δημοσιεύονταν καθημερινά στον Τύπο: Η Φωνή Του Λαού 29/6/1903, «Της Πόλεως», «σκάπτονται τα χώματα του τείχους και ρίπτονται στην τάφρο εκ της οποίας προ αιώνων είχον μετακομισθεί και ευρύνεται το ρήγμα ολονέν και της πλ. Πρίγκηπος Γεωργίου προς Α. ο μικρός ψηλός κήπος με τα αραιά δένδρα εξαφανίστηκε. Η πύλη έσωσε μόνο την πρόσοψη, ο θόλος της εν μέρει επληρώθη δια χωμάτων και κατά το πλείστον κατεδαφίστηκε. Ήταν τόσο τέλεια φτιαγμένα ώστε οι εργάτες χρησιμοποίησαν φουρνέλα. Ποιος ο σκοπός του ρήγματος; Αν μόνο καλλωπισμός, ας έλθουν οι αρμόδιοι…».

 

Ο δρόμος των Κισλάδων, η σημερινή οδός Δικαιοσύνης, ήταν κατάφυτος από λεύκες και ακακίες μέχρι το 1916 που σχημάτιζαν ένα καταπράσινο θόλο. Και ενώ τα δέντρα που σχημάτιζαν τη δενδροστοιχία φυτεύτηκαν και στις δύο πλευρές της βασικής οδικής αρτηρίας από την πλατεία των Τριών Καμαρών προς τα δυτικά, το δενδροφυτεμένο τμήμα του δρόμου έφτανε μέχρι τη διασταύρωση της πλατιάς στράτας με τη σημερινή οδό Αγίου Μηνά αφήνοντας το υπόλοιπο τμήμα προς τα δυτικά εντελώς γυμνό.

Το πάρκο Γεωργιάδη δεν υπήρχε. Στη θέση του υπήρχε η μεγάλη τάφρος που άρχιζε από την πλατεία των Τριών Καμαρών, έστριβε δυτικά από τον Καινούριο Δρόμο (τότε οδός Κνωσού) και έφτανε μέχρι την Καινούρια Πόρτα.
Όπως αφηγούνται ο Οδυσσέας Θαλασσινός και ο Ι. Αλεξάκης στο περιοδικό Κνωσός το 1956, «Ο κατηφορικός δρόμος πλάι στο μουσείο δεν υπήρχε. Το τείχος ήταν αδιάσπαστο και υπήρχε μια βαθιά τάφρος, το λεγόμενο Χεντέκι. Είχε μεγάλο πλάτος και όποιος ήθελε να πάει από τη πλατεία των Τριών Καμαρών στην Ακ Τάμπια, μετά την κατεδάφιση του τείχους με κόπο ανέβαινε και κατέβαινε τις απότομες πλευρές της τάφρου αυτής γι αυτό ίσως και προ του 1905 άρχισε το γέμισμα της τάφρου με χώματα στο μέρος αυτό. Όλα τα πλεονάζοντα άχρηστα οικοδομικά υλικά από τις ανεγειρόμενες οικοδομές της πόλης μεταφέρονταν με κάρα του Δήμου και έτσι γέμισε μετά από πάροδο πολλών χρόνων η τάφρος σ’ αυτό το σημείο και πάνω από αυτήν πέρασε η αμαξιτή οδός προς το νεκροταφείο και τις νότιες επαρχίες. Επ’ αυτού καλλιεργείται ήδη το νέον πάρκον με δενδρύλλια και ανθοφόρα (εννοεί το πάρκο Γεωργιάδη)». …Πάνω από την πύλη υπήρχε ένας μικρός κήπος σε ένα λοφίσκο στον οποίο ανέβαιναν από έναν ανηφορικό δρόμο. Ο λοφίσκος αυτός σκάφτηκε, εξαφανίστηκε και έμεινε όρθια η πόρτα, άχρηστη και ασουλούπωτη μέχρι τη νύχτα που με δυναμίτες και κασμάδες και σε μία ώρα είχε γκρεμιστεί το βενετσιάνικο «ιστορικό μνημείο» σε άμορφο σωρό από πέτρες και χώματα.

Νότια της πλατείας πίσω από χαμηλά οικήματα βρίσκεται η Βίγλα δεντροφυτεμένη σήμερα με πευκάκια από τους προσκόπους οι οποίοι μέσα στο δασύλλιο τους αυτό έχουν και ξύλινο οικίσκο. Μεταξύ της Βίγλας και της πόρτας του Λαζαρέτου βρίσκεται το Ηρώον μέσα σε κήπο, που ιδρύθηκε για την επέτειο της εκατονταετηρίδας από της Εθνικής παλιγγενεσίας του 1821 δηλαδή το έτος 1928-29 και εγκαινιάστηκε το 1930.

Από το 1920 και μετά περίπου η πλατεία φυτεύτηκε και έγινε ο κυριότερος τόπος αναψυχής των Ηρακλειωτών.
Ο Κήπος, όπως λεγόταν τότε η πλατεία Ελευθερίας, γύρω από το άγαλμα του άγνωστου στρατιώτη είχε πολλά δέντρα, αμέτρητα λουλούδια σε παρτέρια και ξύλινα παγκάκια.

Σιγά- σιγά, η πλατεία άλλαζε μορφή. Ένα μέρος έγινε κήπος που περιφράχθηκε με φρουριακό περίβολο, με τσιμεντένια κάγκελα με άσπρα κολωνάκια και πόρτες που έκλειναν κάθε βράδυ. Στη νοτιοδυτική του άκρη υπήρχε το κιόσκι για τη μουσική του Δήμου. Μέσα από την περίφραξη υπήρχε ένα πυκνό θαμνώδες φυτό και στις άκρες των χωμάτινων μονοπατιών του κήπου υπήρχαν πανύψηλα πλατύφυλλα δένδρα, φοίνικες και άλλα διάφορα δέντρα. Καφενεία υπήρχαν παντού σε όλη την πλατεία που το καλοκαίρι γέμιζε με καθίσματα έξω. Η κεντρική είσοδος βρισκόταν στη μέση της δυτικής πλευράς του απέναντι από τη Νομαρχία και είχε δύο εξόδους, μία στη νοτιοανατολική άκρη του και μία στη βορειοανατολική όπου υπήρχε μια μικρή παιδική χαρά στρωμένη με σκύρα και τα δημόσια ουρητήρια στο σημείο που σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Βενιζέλου στην ανατολική πλευρά. Πιο πάνω ήταν ο μικρός λόφος με τα πεύκα, η Βίγλα, στη βάση του οποίου ήταν χτισμένο το πρώτο Ηρώο του Ηρακλείου.

Ο Κήπος έγινε το καμάρι του Ηρακλείου. Ο τοπικός τύπος εκθείαζε σχεδόν καθημερινά τα νέα έργα στην πλατεία, τον εξωραϊσμό της, τις φυτεύσεις, τη ζωντάνια που αποκτούσε όλο και περισσότερο: «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσοι Ηρακλειώται λείπουν πολύ καιρόν από το Ηράκλειον και σκέπτονται να μας έρθουν τώρα με την ευκαιρία των εορτών θα δοκιμάσουν ευαρεστοτάτας εντυπώσεις με την πράγματι ωραία εικόνα που παρουσιάζει ο Κήπος μας και εν γένει ολόκληρος η πλατεία των Τριών Καμαρών με την καλλιτεχνικήν διαρρύθμισιν της». Και στην εφημερίδα Ελευθέρα Σκέψις διαβάζουμε: «Η μοναδική μας πλατεία, η Πλατεία Ελευθερίας (Τρεις Καμάρες) είναι κάθε μέρα και πιο εξωραϊσμένη. Η περίφραξις του Μνημείου των Αγωνιστών, η δενδροφύτευσις που θα γίνει μέσα και έξω από το περίφραγμα αλλάζουν σιγά- σιγά την όψη της Πλατείας. Το Ηράκλειο παρουσιάζεται κάθε μέρα και πιο ωραίο.» Και στη Νέα Εφημερίς: «Καθημερινώς αυξάνει η ωραιότης του κήπου του Δήμου και η όρεξις του κόσμου όπως καθ’ εσπέραν κάμει τον περίπατον εις την ωραίαν αυτήν πλατείαν η οποία χάρις εις την επιμέλειαν του επίτηδες κληθέντος εμπείρου κηπουρού μετετράπη εις μίαν δροσεράν όασιν μέσα εις την Σαχάραν της βρώμας της πόλεώς μας». «Μόλις τώρα αρχίζει να φαίνεται έστω και λίγο η ομορφιά του δημοτικού κήπου μετά την αφαίρεση των πελωρίων σημαιών και του άγαρμπου στέμματος και ο κόσμος κάθε βράδυ γεμίζει τους στενούς διαδρόμους του και περιμένει τις υπέροχες στιγμές που θα περνούν εκεί οι Ηρακλειώτες όταν μεγαλώσουν τα δένδρα αυτά. Να δούμε τότε τί θα λένε όλοι αυτοί που νομίζαμε ότι ήταν σοβαροί άνθρωποι και που υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να γίνει η πλατεία κήπος γιατί χρειαζόταν ο χώρος αυτός για τις διαδηλώσεις».
Το 1950 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του εθνομάρτυρα Δημάρχου Μηνά Γεωργιάδη στον κήπο του Ηρώου, έργο του γλύπτη Βασιλείου Γεωργιάδη.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη μέσα στα τείχη ήταν πυκνοκατοικημένη καθώς ο αριθμός των κατοίκων ανερχόταν σε 30.000 περίπου σε μία έκταση 750 στρεμμάτων, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν ανεξέλεγκτη λόγω της ύπαρξης δύο μόνο κεντρικών αρτηριών (από την Χανιώπορτα μέχρι την πλατεία των Τριών Καμαρών και από την Καινούρια Πόρτα μέχρι το λιμάνι).

Η πυκνότητα αυτή σύμφωνα με τους συντάκτες έκθεσης για τα προβλήματα της πόλης, κατ’ εντολήν του Δήμου Ηρακλείου, οφειλόταν στα ενετικά τείχη που εμπόδιζαν την επέκτασή της. Το μοναδικό πράσινο που υπήρχε ήταν ο κήπος της πλατείας Ελευθερίας.

Τα μέτρα που προτείνονταν συνίσταντο στην «αφαίρεση των υφισταμένων εμποδίων πραγματικών και ψυχολογικών, δηλαδή κατεδάφιση των τειχών ή μεγάλου μέρους αυτών, κάλυψη της περιφερειακής τάφρου και δημιουργία πρασίνου πάνω στην γκρεμισμένη τάφρο». Προτεινόταν η άμεση εφαρμογή του σχεδίου πόλεως 1936 σε περιοχές έξω από τα τείχη και συγκεκριμένα χάραξη οδών, πλατειών, δενδροφυτεύσεις και δημιουργία πάρκων. Επίσης, η συνένωση μικρών ιδιοκτησιών σε μεγαλύτερες ώστε να χτίζονται ψηλότερα κτίρια στο εσωτερικό των τειχών με βάση τους συντελεστές που προέβλεπε το σχέδιο του ’36.
Τέλος, προτεινόταν η δημιουργία περιφερειακού πάρκου μετά την κατεδάφιση των τειχών, κάλυψη της τάφρου και κατάργηση του κήπου της πλατείας Ελευθερίας για να δημιουργηθεί «πλατεία ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες λαϊκών ή επίσημων συγκεντρώσεων».

Από το 1952, το δημοτικό συμβούλιο επιχειρούσε να πραγματοποιήσει «βελτιωτικά» έργα στην πλατεία. Το 1956 υπήρχε στη μέση της πλατείας το κυκλικό οικοδόμημα όπου παιάνιζε η Φιλαρμονική του Δήμου όπως θυμούνται ασφαλώς οι πιο παλιοί από μας. Στη συνέχεια έγινε κήπος γύρω από το άγαλμα του Αγνώστου Στρατιώτη και λίγο αργότερα ο κήπος διαιρέθηκε σε τρία τμήματα για να περάσουν δρόμοι μέσα από την πλατεία.
Από το 1970 και μετά αλλεπάλληλες και άστοχες παρεμβάσεις αλλοίωσαν σταδιακά την εικόνα του Κήπου και της πλατείας ολόκληρης.

Τις πρόσφατες περιπέτειες της πλατείας τις γνωρίζουμε όλοι και φαίνονται ατελείωτες. Επί δημαρχίας Κ. Ασλάνη, η μελέτη διαμόρφωσης της πλατείας Ελευθερίας η οποία και τελικά εγκρίθηκε από πολυμελή επιστημονική επιτροπή περιέγραφε μια πλατεία γεμάτη δέντρα. Η μακέτα που συνόδευε τη μελέτη ήταν γεμάτη ψηλόκορμα δέντρα και μικρά μονοπάτια περιπάτου. Δυστυχώς, αυτό που στη συνέχεια εφαρμόστηκε δεν είχε καμιά σχέση με την αρχική μελέτη.

Στο μεταξύ, στην εφημερίδα Ελευθέρα Σκέψις της 22/12/1928 διαβάζουμε, «Με πολλή χαρά πληροφορηθήκαμε ότι ο Δήμος πρόκειται να αγοράσει το οίκημα των ποινικών φυλακών που θα αδειάσει (όταν ποτέ αδειάσει) και ότι μαζί με το συνεχόμενο κήπο τη νομαρχίας θα κάμει πάρκο. Ωραία η ιδέα και μάλιστα δια τον ξηρότοπό μας. Πάρκο δηλαδή κήπος, περιβόλι, ένα είδος Ζαππείου Αθηναϊκού. Να έχει άνθη πολλά, πρασινάδα εύμορφη, δένδρα, δροσιά, πίδακες νερού σαν την κρήνην λόγου χάριν του Μοροζίνη, η οποία στολίζει την πλατείαν Βενιζέλου στο κέντρο του Ηρακλείου. Προσέτι να έχει αγάλματα εδώ και εκεί στημένα, ένα Μίνωα ή ένα Νεφεληγερέτην Δία ή τον Ξωπατέρα, τον Καζάνη, τον Μαλικούτη, προτομάς του Θεοτοκόπουλου, του Ξανθουδίδη και επιπλέον να έχει ακίνητα καθίσματα (παγκάκια) δια να κάθονται οι Ηρακλειώτες να παίρνουν δροσιά κοντά στο κελάρυσμα του νερού, στο θρόισμα των φύλλων και μέσα στην ευωδιά των ανθέων. Αυτό είναι πάρκο! Αλλά για εδώ σε μας είναι…όνειρο δυστυχώς! Γιατί; Διότι δύσκολα ευδοκιμούν αι ωραίαι ιδέαι …».
Και κάπως έτσι, κατεδαφίστηκε το συγκρότημα της παλαιάς Νομαρχίας και των κάτω Φυλακών και στη συνέχεια, πολύ αργότερα, από το 1951 διαμορφώθηκε το πάρκο Θεοτοκόπουλου επί δημαρχίας Γεωργίου Γεωργιάδη και παραδόθηκε στους κατοίκους του Ηρακλείου το 1954.

Στη μελέτη διαμόρφωσης της οδού 25ης Αυγούστου καθώς και στο φωτορεαλιστικό που την συνόδευε, περιγραφόταν σε όλο το μήκος της οδού από το ύψος της Λότζια μέχρι την πλατεία 18 Άγγλων η κατασκευή νησίδας στη μέση του δρόμου με δέντρα μεγάλου ύψους σε πυκνές αποστάσεις. Η μελέτη πέρασε από την επιστημονική επιτροπή της Π.Σ. ενετικών τειχών & παλιάς πόλης και ακολούθησαν οι απαραίτητες εγκρίσεις. Κατά την εφαρμογή της μελέτης η προηγούμενη δημοτική αρχή άλλαξε άρδην και αυθαίρετα την εγκεκριμένη μελέτη και αντί της δεντροφύτευσης γέμισε τις πλευρές του δρόμου με μοντέρνα φωτιστικά.

Το εκτός των τειχών Ηράκλειο αργά και σταθερά απογυμνωνόταν από τους κήπους και τις πυκνές φυτεύσεις με την επέλαση της πολυκατοικίας και των αυθαιρέτων κτισμάτων. Ο υπέροχος κήπος του Μασταμπά, οι τεράστιοι ευκάλυπτοι κατά μήκος της Λ. Κνωσού, οι αμπελώνες και οι εστίες πρασίνου στο Ατσαλένιο, τις Πατέλες, τη Θέρισο, εξαφανίστηκαν και μέχρι σήμερα όλο και χάνονται όσα έλάχιστα παρέμειναν.

Ας έρθουμε τώρα στο πάρκο Γεωργιάδη και τα δικά του βάσανα!

Ξεκίνησε να διαμορφώνεται επί δημαρχίας Γεωργίου Γεωργιάδη πάνω στο μπάζωμα της τάφρου στο ανατολικό μέρος του προμαχώνα Vitturi. Γρήγορα συνδέθηκε με το Ηράκλειο και τη σύγχρονη ιστορία του.

Η μορφή του δεν είναι τυχαία και ούτε πρόκειται για ένα συνηθισμένο πάρκο. Πίσω από τη γεωμετρία και την αρχιτεκτονική του κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφική θεώρηση. Εκείνη που γεννήθηκε στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας και είχε τη λογική ενός πνευματικού ησυχαστηρίου για τους Ηρακλειώτες. Το πάρκο, που πήρε το όνομα του ηρωικού δημάρχου Μηνά Γεωργιάδη, η προτομή του οποίου βρίσκεται στο κέντρο του βασικού κάθετου άξονά του, εγκαινιάστηκε στις 6/7/1958 και αποτελεί σημείο αναφοράς για το Ηράκλειο. Πολύτιμα και σπάνια στοιχεία για την ιστορία του πάρκου αντλούμε μέσα από μια επιστολή που έστειλε στον Ηρακλειώτικο Τύπο το 1981 ο γεωπόνος-κηποτέχνης Αστέρης Αρ. Δημητριάδης, και την οποία ανέσυρε από το αρχείο του ο πρώην αντιδήμαρχος κ. Μανόλης Βασιλάκης. Ο στόχος της επιστολής ήταν να ευαισθητοποιήσει τους Ηρακλειώτες για την επιχειρούμενη κατάργηση του φυτωρίου με το αναγκαίο κηποτεχνικό υλικό για τις ανανεώσεις των φυτών. Ο κ. Δημητριάδης ήταν από αυτούς που εργάστηκαν για τη δημιουργία του κήπου, αλλά και σε άλλα έργα πρασίνου στο Ηράκλειο. Όπως σημειώνει στην επιστολή του ο κ. Δημητριάδης, «αυτά τα έργα σε κανένα μέρος του κόσμου ούτε καταστρέφονται, μήδε φαλκιδεύονται, ούτε όμως και νοθοποιούνται. Μένουν σεβαστά για χρόνια, για αιώνες ακόμα».

Κι εγώ κλείνω αυτή τη σύντομη παρουσίαση με μια ελπίδα: ότι το πάρκο μας θα παραμείνει για αιώνες ακόμα αλώβητο, όμορφο, φιλόξενο και, όπως στη μνήμη μου ως μικρό παιδί, παρθένο και συναρπαστικό.

Comments

  1. Εμμ.Βερίγος    

    Εξαιρετικό Άρθρο! Νομίζω ότι χρειαζόμαστε και άλλα τέτοια.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.