Τουρκοκρητικοί (1963)

Κείμενο του Αριστοτέλη Κ. Γραμματικάκη που δημοσιεύτηκε στη Μεσόγειο το 1963

Μεσόγειος
Μεσόγειος

ΑΦΟΥ προσηκώθηκα και καλωσόρισα τον κ. Χαμίτ Τζαφέρ, γυιο του Χατζή Χερμπετσάκη του υφασματοπώλη που είχε το μανιφατουργέρικό του κοντά στον Άγιο Μηνά και τον κ. Μουσταφά Γιλιανάκη, γυιο του Μπεσίμ Γιλιανάκη που είχε μανάβικο στο Καμαράκι, τους έβαλα να καθίσουν στον καναπέ, τους είπα «σπίτι σας είναι εδώ, αδελφοί μου, βολευτήτε όσο μπορείτε καλύτερα». Κι αφού τους τράταρα το βρισκούμενο, κατά πως συνηθίζομε στην Κρήτη, πιάσαμε την κουβέντα.

– Λοιπόν, πως σας φαίνεται ο τόπος σας; Μια και κάνατε σαράντα χρόνια να τον δήτε, τώρα που πατάτε το χώμα του, που αναπνέετε τον αέρα του;
– Βαλά χι, μπιλάχι, ο τόπος μας είναι τόπος μας, πράμμα, τίποτε δεν ήλλαξε, μα κι αν ήλλαξε εμείς τον ακολουθούσαμε με το νου μας και με την αγάπη μας καθώς άλλασσε και ξέρουμε πως είναι το αλλαγμένο, πως είναι το παληό.
– Πόσα χρόνια είχατε να δήτε την Κρήτη;
– Καθημερινά την εβλέπαμε, στο μυαλό μας την είχαμε, στιγμή δεν έλλειψε από κοντά μας, στιγμή δεν λείψαμε από κοντά της. Το κορμί μας ήτονε στη Σμύρνη. Η ψυχή μας στην Κρήτη.
– Και τα χρόνια;
– Δεκαεφτά χρονών φύγαμε κι οι δυο. Είμαστε τώρα πενήντα οκτώ, σαράντα ένα χρόνους λείπομε.

***

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΑ τους δυο μουσαφιρέους μου, τους δυο μουσαφιρέους της Κρήτης γιατίναι πιότερο Κρητικοί από μας, να πίνουν τον καφέ τους, τη λεμονάδα τους, ν’ανεντρανίζουν να χαμογελούν, να κυττάζουν, να κάνουν τις χειρονομίες τους, τις γκριμάτσες τους, να συζητάνε, να απαντούν, μα δεν μπόρεσα, μα την αλήθεια, να καταλάβω τι στην οργή διέφερα εγώ από τούτους και λέγομαι εγώ «πολίτης Έλλην» και τούτοι «Τούρκοι πολίτες» και εγώ είμαι Χριστιανός και τούτοι Μωαμεθανοί και δεν πατώ εγώ στην εκκλησία μα ούτε κι αυτοί, φαντάζομαι, να πατούν στο τζαμί. Καμμιά διαφορά. Της ίδια Κρήτης γέννημα, των ίδιων κατσαβράχων αποκόμματα, της ίδιας θάλασσας αφροκύματα, του ίδιου αέρα ζωνόσβουροι. Παμπάλαιη είναι η Κρήτη, αρχοντοκυρά, καλογεννήτρα, τίμια κι ό,τι γεννούσε, χριστιανό ή Τούρκο, παιδί της γνήσιο ήταν, δεν ήταν μπάσταρδο, δεν ήταν άλλου σπορά, δεν ήταν άλλης μάνας γέννημα. Μια είναι η Κρήτη. Μια και τίμια. Κι ό,τι βάσταξε στην κοιλιά της την ευλογημένη, χριστιανό ή Τούρκο, παιδί της ήταν.

– Μωρέ κοπέλλια, το νοιώθετε πως είμαστε αδέλφια;
Ο Χαμίτ άρχισε να κλαίη, ο Μουσταφάς ετοιμαζόταν.
– Το νοιώθουμε, το νοιώθουμε. Εδώ είναι η ψυχή μας δεν είναι αλλού, δικός μας είναι ο Ψηλορείτης, δική μας η Μαδάρα, δική μας κι η Μεσσαρά και τα Λασιθιώτικα και ο Κούλες και η Ντία δικά μας είναι. Όλα δικά μας είναι. Και εμείς, μαθές, δικοί τους είμαστε.

***

ΤΟΥΣ τρώγω με το μάτι αυτούς τους δυο Τουρκοκρητικούς επισκέπτες μου και μπαίνω ολοζούμπωτος μέσα στον κόσμο τους, προσπαθώντας να νοιώσω βαθειά ως το κόκκαλο το ανάλαφρο, το γλυκύ δραματάκι τους. Σαράντα χρόνια έλλειπαν, μα μια και πάτησαν το πόδι τους στο κακοτράχαλο ένοιωσαν να μην είχαν φύγει ούτε λεπτό. Είναι κάτι ψυχικές καταστάσεις όλο μεγαλείο και αποθαμβή, που περνάει ο Πανδαμάτορας χρόνος δίπλα τους και, υποκλινόμενος με σεβασμό και ευλάβεια, προσπερνά, χωρίς να τις καταπονήση, χωρίς να τις αγγίξει καν. «Δεν το βαστά η ψυχή μου – μουρμουρίζει ο χρόνος ο παντοδύναμος, προσπερνώντας – να τα βάλω με το αίσθημα, με τη νοσταλγία, να δώσω σπαθιά να κόψω το αίσθημα, να κόψω την αλυσίδα που δένει τους Κρητικούς της Σμύρνης με την πατρίδα τους. Όχι, μα τον Ράμπη, δεν το βαστά η ψυχή μου». Έτσι πέρασε ο χρόνος, σαράντα ολόκληροι χρόνοι, δεν καταπόνεψε. Πέρασε και η βιοπάλη, τραβώντας από κοντά την κουστωδία των βασάνων της, είδε το αφάνταστο ψυχικό μεγαλείο του Τουρκοκρητικού, αγνάντεψε τη νοσταλγία την ιερή να τον ζώνη, τον σεβάστηκε, προσπέρασε και κείνη μουρμουρίζοντας «Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστοί οι άνθρωποί Σου». Κι έτσι, με όλα αυτά κι ακόμη με άλλα, ανεβοκατέβηκαν του κύκλου τα γυρίσματα. Μα ο κύκλος έμεινε κύκλος. Ένας κύκλος που φτάνει η περιφέρειά του ως τη Σμύρνη, δεν λέω όχι, μα το κέντρο του είναι η Κρήτη.

Κρήτη τα παλληκάρια σου
και γιάντα τα ξορίζεις

ΜΑ το ίδιο της κάνει. Τα ξορίζει δεν τα ξορίζει, πάντα αυτά τα ίδια είναι. Εδώ κοντά. Βγαίνει, που λέτε, η Κρήτη από τον αφρό της άσπρης θάλασσας, ορθόκορμη γιγαντομάχα, στάζουν τα νερά από τους ώμους της, γίνονται τα μαλλιά της σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό και κυνηγούνται, γίνονται τα μάτια της αστέρια λαμπερά, βγάζει από τη μέση της το βούκινο και σαλπίζει.
– Γλακάτε μωρέ κοπέλλια. Γλακάτε να σας δω και σας επεθύμησα.

Κι έτσι:

Ο Μουσταφάς και ο Χαμίτ
ήρθαν να μας -ε-δούνε
γομάρια χαιρετίσματα
απ’όλους μας βαστούνε.

Ο ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ