«Τον είδαν, τόνε νιώσανε;» – O Κωστής Παλαμάς στη σύγχρονη Ελλάδα

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Ο Κωστής Παλαμάς υπήρξε ένα ογκόλιθος του πνεύματος για την εποχή του. Καταρχάς, υπήρξε ο άνθρωπος ο οποίος “ευθύνεται¨ για το ότι σήμερα μιλάμε την δημοτική μας γλώσσα και όχι την κοραϊκή καθαρεύουσα. Ο ίδιος προέταξε τα στήθη του ώστε να επικρατήσει η γλώσσα του λαού μας, έναντι της γλώσσας των λογίων. Και μόνο αυτό θα αρκούσε για να καταταχθεί στους Μεγάλους.

Η ποίηση του Παλαμά, ιδιαίτερα χρήσιμη την εποχή της ελληνικής πανωλεθρίας μετά το 1897 και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο που έφερε τους Οθωμανούς ξανά μέχρι την Θεσσαλία και ένα βήμα προτού να μπουν στην Αττική, αργότερα, έπειτα ειδικά από την Μεταπολίτευση δεν γνώρισε ανάλογη δόξα, αλλά κατέρρευσε θαρρείς.

Με γενναιότητα και τα ασύγκριτα αποθέματα ενέργειας που το χάρισαν το παρωνύμιο από τον Μίλλερ “ο Κολοσσός του Αμαρουσίου”, ο Κατσίμπαλης έδωσε μια έκδοση του έργου του, των Απάντων του. Αυτή η έκδοση είχε εξαντληθεί καιρό τώρα και μόλις πρόσφατα άρχισε η επανέκδοσή τους με την συνεργασία μιας ομάδας επιστημόνων υψηλού επιπέδου. Μακάρι να είναι το έργο του η αφορμή της αναγέννησης και των παλαμικών σπουδών και να λυθούν κάποιες παρεξηγήσεις γύρω από αυτό.

Συγκεκριμένα, ο Παλαμάς θεωρήθηκε ως ένας ποιητής της αντίδρασης όταν έγραψε για την σοβιετική ένωση, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το – σαφώς αντιδραστικό – ποίημα “οι λύκοι”, υπονοώντας τους κομμουνιστές με το συμβολισμό αυτό. Είναι ο προχωρημένος σε ηλικία Παλαμάς και όχι αυτός της νεότητας, που έγραψε και τον σοσιαλίζοντα “Ύμνο στο Εργατικό Κέντρο” (1913). Πόσο αντιφατικό! Θυμίζει την σύγχρονη επικαιρότητα και έναν μεγάλο Έλληνα μουσικοσυνθέτη.

Ο Παλαμάς δεν οδήγησε σε ένα κλίμα μισαλλοδοξίας και περιφρόνησης κάθε πράγματος που δεν είναι ελληνικό. Δεν οδήγησε στον στείρο εθνικισμό.

Ο Παλαμάς δεν υπήρξε ποτέ βασιλικός. Ήταν βενιζελικός. Το έργο του Η φλογέρα του βασιλιά δεν αποτελεί μια σύνθεση ενός νοσταλγού της βασιλείας, αλλά ενός Έλληνα που μέσα από το τρίπτυχο ενότητας της Αρχαίας Ελλάδας, του Βυζαντίου και της Νεότερης Ελλάδας προσπάθησε να δείξει ότι ο ηθικά εξουθενωμένος από την ήττα του 1897 Έλληνας έπρεπε να νιώσει υπερηφάνεια για τους προγόνους του και να σταθεί άξιος διάδοχός τους.

Οι γλωσσολογικοί του αγώνες είναι γνωστοί και δεν θα επιμείνω σε αυτούς, μόνο στο γεγονός ότι κάποτε έφτασε σε ακρότητες, όπως όταν αναφέρθηκε στην Θεοτόκο ως “απάντρευτη”. Η γλώσσα του στην περίπτωση αυτή είναι αποτυχημένη, έστω και αν δεν φτάνει στις ακρότητες του Ψυχάρη. Από νωρίς, ωστόσο, ο Παλαμάς διέκρινε με οξυδέρκεια πόσο ξεπερασμένη ήταν η καθαρεύουσα, πολύ περισσότερο στην ποίηση. Ο Βαλαωρίτης, ο πρόγονος του λογοτεχνικά, έκανε ένα τρικ, χρησιμοποιώντας σε έργα του όπως “η κυρά-Φροσύνη” καθαρεύουσα στην εισαγωγή και στον πεζό λόγο του και δημοτική στο ποίημα. Ο Παλαμάς, ενώ ξεκίνησε να γράφει σε καθαρεύουσα, συνέχισε αμμιγώς σε δημοτική και έμεινε πιστός σε αυτή, εκεί που άλλοι, ο θεωρητικά πιο ρηξικέλευθος Σικελιανός, είχε υποχωρήσει σε μία-δύο περιπτώσεις.

Ο μεγάλος Μεσολογγίτης ποιητής είχε την ατυχία, επίσης, να γίνει το αντικείμενο μίας δόλιας δημοσιογραφικής συμπεριφοράς από τον Χατζόπουλο-Μποέμ, που, ενώ του δήλωσε ότι δεν θα καταγράψει την συζήτησή τους, απέσπασε μια άσχημη δήλωση του Παλαμά για τον “αντίζηλό” του Καβάφη, ότι δήθεν είναι “τηλεγραφόξυλο”, πέραν του δέοντος λακωνικός. Στις μέρες μας όλοι θυμούνται αυτή την δήλωση ως εκδήλωση μικροψυχίας εκ μέρους του Παλαμά, αλλά ξεχνάνε την περιφρόνηση του Αλεξανδρινού προς τους ομοτέχνους του και δη προς τον μεγαλύτερο τότε στη ζωή Έλληνα ποιητή με την μονολεκτική του ειρωνεία “Ρομαντικοί!”.

Όμως και στις πολιτικές του τοποθετήσεις δεν τον σεβάστηκε ο Χατζόπουλος. Προσπαθώντας να του αποσπάσει δηλώσεις για το Ριζοσπάστη, δεν το κατορθώνει και προβαίνει σε ένα άνευ λόγω και προηγουμένου υβρεολόγιο εναντίον του γηραιού ποιητή που προσπάθησε να διασώσει την αξιοπρέπεια του, λέγοντας “αηδία!” και άλλα απρεπή. Ξέχασε και αυτός ότι ο Παλαμάς στάθηκε πάντα ένας ανοιχτόμυαλος διανοούμενος που έφερε στην χώρα μας όλα τα ευρωπαϊκά ρεύματα της εποχής του, γνώρισε στους Έλληνες λογοτέχνες που δεν είχαν ποτέ πριν εμφανιστεί στην Ελλάδα, μιλά ακόμα και για Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς διανοούμενους περασμένων αιώνων με μια ευχέρεια που ξαφνιάζει. Ο ίδιος εξάλλου δεν έγραψε τον αγαπητό ιδιαίτερα στους κομμουνιστές στίχο “γιούχα και πάλι γιούχα των πατρίδων;”

Υπάρχει και μια άλλη οπτική του Παλαμά που ξαφνιάζει. Ο Παλαμάς εντάσσεται στους ποιητές-λάτρεις των γυναικών, παρά την ατολμία του και την αγοραφοβία του, αλλά δεν αναφέρομαι σε αυτό το ξάφνιασμα. Εξάλλου έχουμε ολόκληρες σειρές γραμμάτων του προς όσες ήθελε να έχει ως ερωμένες, όπως την αποκαλούμενη “Ραχήλ” (“Γράμματα στη Ραχήλ”). Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι η συμμετοχή του στους αγώνες της Καλλιρόης Παρρέν-Σιγανού από το Ρέθυμνο, της πρώτης Κρητικοπούλας φεμινίστριας, και εκδότριας της “Εφημερίδας των Κυριών”. Η φίλη του αυτή του πήρε πολλές συνεντεύξεις, όπως φαίνεται από τα Άπαντα του, ο ίδιος γράφει για την Παρρέν και το γυναικείον κίνημα (Άπαντα, τ. ΙΔ΄, σελ. 21-27) και, σημαντικότατο, προβάλλει πολλές γυναίκες λογοτέχνιδες μέσα από τα γραπτά του. Η εικόνα που περνάει συνάμα για την μοιραία γυναίκα αυτοκράτειρα Θεοφανώ στην Φλογέρα του Βασιλιά είναι συγκλονιστική:

παιδί για την αγάπη της, φονιάς για το φιλί της” (Άπαντα, τ. Ε΄, Λόγος Δεύτερος, σελ. 41, στ.19)

Επίσης, ο «Ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων», ας μην το ξεχνάμε, των πρώτων σύγχρονων αγώνων, αυτών του 1896, είναι δικό του επίτευγμα. Μέχρι σήμερα τον ακούμε με θαυμασμό, κι ας μην ξέρουμε σε ποιόν ποιητή ανήκει. Οι στίχοι του είναι εξαιρετικοί και έχουν χαραχτεί σε μνημεία άλλων χωρών που σχετίζονται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εδώ;

Ναι, στην εποχή μας είναι ξεπερασμένος γλωσσικά. Πότε αυτό εμπόδισε να εξετάσουμε άλλους λογοτέχνες; Τον Βιζυηνό, τον Μωραϊτίδη κ.α; Απορώ για ποιο λόγο αφήσαμε στην άκρη έναν ποιητή του βεληνεκούς του. Σαφώς η επίδραση του Καβάφη και του Καρυωτάκη σε αυτό, δύο πολύ μεγάλων ποιητών, είναι έντονη στο φαινόμενο που εξετάζω. Η ελληνοκεντρικότητα, ο “ένδοξος του βυζαντινισμός”; Πιθανόν. Προσοχή, ωστόσο! Ο Παλαμάς δεν οδήγησε σε ένα κλίμα μισαλλοδοξίας και περιφρόνησης κάθε πράγματος που δεν είναι ελληνικό. Δεν οδήγησε στον στείρο εθνικισμό. Η ανάγκη του η πατριωτική να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του, όπως και το πέτυχε, και να ανατρέψει το κλίμα που περιγράψει ως “σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες τη χώρα” (Άπαντα, τ. Ε΄, σελ. 11, στ. 1), όταν αυτή η ανάγκη καλύφθηκε και η Ελλάδα έφτασε νικηφόρα ως το 1922, ως τη Θράκη και πιο πέρα, δεν τον έκανε να ξεφύγει, να γράφει για Ανασύσταση της Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου και άλλα πράγματα εκτός της σφαίρας της λογικής. Αναδιπλώθηκε, όπως οφείλει να κάνει κάθε άνθρωπος του πνεύματος. Διότι ήταν σκεπτόμενος και όχι αιθεροβάμων.

Νομίζω, κοιτώντας τα έκπληκτα μάτια των μαθητών μου όταν μιλάω για τον Παλαμά, ότι δεν τον νιώθουν. Οι μεγαλύτεροί τους; Οι γονείς τους μάλλον δεν τον έχουν διδαχτεί. Μόνο οι παππούδες τους; Ούτε αυτοί μάλλον. Πιστεύω ότι όσοι έρθουν σε μια επαφή με το έργο του ουσιαστική θα αναβιώσουν αυτό που ο ίδιος αναφέρει για τον Βασίλειο τον Β΄, τον γνωστό και ως “Βουλγαροκτόνο”, κατά το προσκύνημά του στον Παρθενώνα και την εκεί τροποποίηση του από τους χριστιανούς της εποχής που τον έκανε να είναι γνωστός ως Παναγία Αθηνιώτισσα, όπως το περιγράφει στην Φλογέρα του Βασιλιά του (1910):

Τον είδαν, τόνε νιώσανε και δεν τόνε ξεχάνουν/γιατί παντού σημάδεψε το αστραποπέρασμά του” (Άπαντα, τ. Ε΄, σελ. 49, στ. 30-31)

Ένας άρχοντας του στίχου στάθηκε και ο Παλαμάς, ο πρώτος νεοέλληνας ποιητής που συνδύασε τόσο στενά μετά τον Σολωμό την πορεία της ποίησής του με εκείνη της χώρας του. Στα μαύρα χρόνια της Κατοχής ο θάνατός του στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, έδωσε το συμβολικό μήνυμα της αντίστασης στους Γερμανούς, μέσα από την ανάγνωση του ποιήματος του Σικελιανού για τον Μεσολογγίτη ποιητή και την απαγγελία του εθνικού ύμνου, του ποιήματος ενός άλλου μεγάλου Έλληνα ποιητή, του Διονυσίου Σολωμού.

Ας μην αφήσουμε ξανά το έργο του να χαθεί στη λήθη, διότι ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος με όλη την έννοια και την έκταση του όρου, σαν αυτούς που η Ελλάδα δύσκολα πια θα ξαναβγάλει.