Τζουάννε Μοτσενίγκο, Ένας ανθρωπιστής Γενικός Προβλεπτής Κρήτης

και οι αυθαιρεσίες των συμπατριωτών του

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Ανάμεσα στις Εκθέσεις των Γενικών Προβλεπτών Κρήτης (Provveditori Generali) που εξέδωσε στα Μνημεία Κρητικής Ιστορίας του ο αείμνηστος ιστοριοδίφης Στέργιος Σπανάκης από το 1940 ως το 1976 σε 6 τόμους, άλλες ξεχωρίζουν για τα τεχνικά χαρακτηριστικά που αναφέρουν στην περιγραφή της Κρήτης, όπως εκείνη του Φραγκίσκου Μπασιλικάτα (1630), άλλες για την περιγραφή της κατασκευής διάσημων μνημείων του Χάνδακα, όπως εκείνη του Φραγκίσκου Μοροζίνι για την κρήνη που στόλισε το κέντρο της πόλης, το 1628 βέβαια και όχι 1629, όπως λαθεμένα γράφεται στο ταμπελάκι που έχει προστεθεί μπροστά της.

Ο ιστορικός τις διαβάζει όλες με ευχαρίστηση, αλλά χωρίς περιέργεια, γνωρίζοντας πάνω-κάτω τα ζητήματα που θα θέσουν: τα φρούρια του νησιού, ο στρατός, η επιμελητεία του, τα σιτηρά, το κρασί, οι φυσικές καταστροφές, η κακή συμπεριφορά των ντόπιων, των χωρικών κ.α. Στην Έκθεση του Τζουάννε Μοτσενίγκο υπάρχει ένα στοιχείο που την κάνει να ξεχωρίζει: ο ανθρωπισμός του, η κατανόηση της κατάστασης εξαθλίωσης των χωρικών και η προσπάθεια να αντιμετωπίσει από την πλευρά της επίσημης διοίκησης την αυθαιρεσίας των ευγενών του Βασιλείου της Κρήτης. Χαρακτηριστικά ο Μοτσενίγκο γράφει, στα 1589 (μεταφέρω στα σύγχρονα ελληνικά την ατυχέστατη γλώσσα-καθαρεύουσα-της μετάφρασης του Σπανάκη, ιδίωμα που αργότερα ευτυχώς το εγκατέλειψε):

Οι ιππότες διατηρούν στα χωριά τους κακοποιούς για να τρομοκρατούν περισσότερο τους χωρικούς και θέλουν αυτοί να είναι γνώστες των διαφορών οι οποίες γεννώνται μεταξύ των κατοίκων των χωριών τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές οι δεινοπαθούντες χωρικοί δεν μπορούν να προστρέξουν στην δικαιοσύνη.

Από όσα αναφέρονται παραπάνω, μπορεί κάποιος να εικάσει με ευκολία εκείνο το οποίο είναι δυνατόν να γίνει, και το οποίο γίνεται. Την εξουσία την οποία έχουν οι ιππότες αυτοί πάνω στις γυναίκες των κατοίκων των χωριών τους, που όλες χωρίς αμφιβολία βρίσκονται κάτω από την υπερβολική απληστία εκείνων, οι οποίοι θέλουν να τις διαφθείρουν/διακορεύσουν. Αλίμονο λοιπόν στους γονείς εκείνους ή αδελφούς ή συζύγους οι οποίοι, αντιλαμβανόμενοι αυτό, θα θελήσουν να αντισταθούν στην επιθυμία τους ή θα θελήσουν να παραπονεθούν. Θα χάσουν αμέσως τα σπίτια τους και τα χωράφια τους και θα εκδιωχτούν από το χωριό τους και θα τεθούν σε μεγαλύτερο διωγμό. Και δεν θα γνωρίσουν “που την κεφαλήν κλίναι”, γιατί δεν θα γίνουν δεκτοί σε άλλα χωριά, λόγω του σεβασμού τον οποίο τρέφουν οι ιππότες ο ένας στον άλλο. Αναγκάζονται από αυτό οι δυστυχισμένοι να προσποιούνται ότι δεν βλέπουν και να μένουν ήσυχοι και να υπομένουν κάθε ατίμωση.

Όλα αυτά, όπως και πολλά άλλα όχι μικρότερης σημασίας, τα οποία για να μην αυξήσω την αηδία και την στεναχώρια της Υμετέρας Γαληνότητας [σημ: αναφέρεται στον Δόγη της Βενετίας]. παραλείπω να αναφέρω, γίνονται γνωστά από ιδιωτικές αγωγές τις οποίες κάνουν οι ατιμαζόμενοι, καθώς και από την κοινή γνώμη. Δεν φτάνουν όμως αυτές μέχρι τα δικαστήρια. Και αν καμία κατορθώσει να φτάσει, δεν δικάζεται, λόγω της αντίδρασης των ιπποτών, οι οποίοι παρεμβαίνουν κατά το σχηματισμό της δικογραφίας στα γραφεία της avogaria [σημείωση Σπανάκη: αυτά αντιστοιχούσαν περίπου στα σημερινά ανακριτικά γραφεία], καθώς και στις ίδιες τις δίκες αυτές, σε πολλές περιπτώσεις γιατί και οι ίδιοι έχουν εξουσία στην πόλη του Χάνδακα και λόγω της αδυναμίας και του φόβου των δυστυχισμένων που είχαν ατιμαστεί. Εντούτοις όμως, όσο λιγότερο εκδηλώνεται το κακό, τόσο περισσότερο εξαγριώνει εσωτερικά τις ψυχές των χωρικών, οι οποίοι τόσο έχουν κηλιδωθεί και ατιμαστεί από την κακή αυτή συμπεριφορά των ευγενών, ώστε σκέφτονται ότι δεν είναι δυνατόν να καταντήσουν σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη στην οποία ζουν σήμερα, ξεσπούν σε κραυγές πόνου και απελπισίας. Μάλιστα, μου ανέφεραν ότι κάποιοι από αυτούς, σκεπτόμενοι την αθλιότητά τους και ελεεινολογώντας τον ίδιο τους τον εαυτό, εξέφρασαν το ακόλουθο: “στο τέλος-τέλος θα προτιμήσουμε να πάμε να βρούμε εκείνους τους σκύλους”, υπονοώντας πως θα προτιμήσουν να πάνε να ζήσουν στις χώρες των Τούρκων.»

Και κακομεταχειρίζονται με αυτό τον τρόπο λοιπόν τους χωρικούς σε ολόκληρο το νησί […] Εκτός από τους εκβιασμούς που διαπράττονται από τους ιππότες σε βάρος των χωρικών, όπως ειπώθηκε, αυτοί υπόκεινται επίσης στην απληστία των καστελάνων, των καπιτάνων, των γραμματέων και άλλων δημοσίων λειτουργών που χρηματίζονται”. (Σπανάκης 1984, ανατύπωση της έκδοσης του 1940, σελ. 35-6 και 38).

Ένας άλλος Τζουάννες, ο Παπαδόπουλος, ένας πρόσφυγας της πτώσης του Χάνδακα μετά το 1669 σε διάφορα μέρη προτού να καταλήξει έπειτα στην Ιταλία, στο αυτοβιογραφικό έργο του για την Κρήτη με τίτλο Τον καιρό της σχόλης που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα και στα ελληνικά (ΠΕΚ, Ηράκλειο 2012), περιγράφει επίσης με ζοφερά χρώματα την κατάσταση των χωρικών της Κρήτης (ιδίως σελ. 146-152) σε ένα διάλειμμα των γαστρονομικών του αναμνήσεων.

Και οι δύο μαρτυρίες είναι συμπάθειας προς τους χωρικούς, την πλειοψηφία από τους Κρητικούς δηλαδή, αλλά μας φέρνουν στο μυαλό και ένα άλλο στοιχείο, εκείνο της εκ των υστέρων πονοψυχίας. Ο Μοτσενίγκο γράφει έτσι μετά από την πτώση της Κύπρου σε τούρκικα χέρια, δύο δεκαετίας μετά το διφορούμενο 1571, όταν δηλαδή η Βενετία τελικά θριάμβευσε ως μέλος της Ιερής Ένωσης (Santa Lega) στη ναυμαχία στη Ναύπακτο ενάντια στους Τούρκους, ενώ πρωτύτερα είχε αυτήν την τρομερή απώλεια του προγεφυρώματός της στην Ανατολή.

Της έμενε, ωστόσο, ένα άλλο σημαντικό νησί, η Κρήτη, και έπρεπε πάση θυσία να την διατηρήσει. Η ελάφρυνση του βίου των κατοίκων της, ώστε να είναι ευχαριστημένοι και να μην αποσκιρτήσουν προς τους Τούρκους, όπως ρητά αναφέρουν στον Προβλεπτή και, μάλιστα, ενώπιος ενωπίω, είναι καθήκον για την Βενετία μετά το 1571. Ακόμα και το γεγονός πως πάει ο ίδιος ο Προβλεπτής, τους πιάνει και τους μιλάει, είναι δείγμα μιας νέας νοοτροπίας, της ειρηνικής συνύπαρξής των δύο πληθυσμών, Ελλήνων και Φράγκων, ο οποίος οδήγησε, λογοτεχνικά έστω, στην όψιμη σε σχέση με τις προηγηθείσες σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ιταλική, γαλλική) Κρητική Αναγέννηση.

Όμως, αυτή η προσπάθεια των Βενετών μάλλον δεν τελεσφόρησε. Αργότερα οι Κρητικοί, όταν πια έφτασε ο οθωμανικός στόλος και πάτησε πόδι στο νησί, εγκατέλειψαν, αθρόα κάποιες φορές τους προηγούμενους δυνάστες τους για να πάνε να βρούνε άλλους. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής στον Κρητικό Πόλεμο του (Αλεξίου-Αποσκίτη, Αθήνα 1995, 244, 7-8, σελ. 224): “όπου πολλοί χριστιανοί γιαμιά σαλαβατίσα/και τους σταυρούς ερίχτανε, την πίστιν αθετήσα”. Και αλλού μαρτυρείται η τελική απογοήτευσή τους από την κακομεταχείρισή τους και από τους Τούρκους. Συγκεκριμένα, στο ποίημα της Τουρκοκρατίας Το τραγούδι του Αληδάκη, γράφονται τα εξής: “Μ’ από κακό ‘ς χειρότερο επέσασιν οι μαύροι/ και δεν κατέχουσι να πουν Τούρκοι ‘ν’ καλλιά γη Φράγκοι” (Εμμανουήλ Βαρδίδης, Κρητικαί ρίμαι, τα τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη, Αθήνα 1888, στ. 10-11, σελ. 39)

Ο δυνάστης είναι δυνάστης, ανεξάρτητα από φυλή, έθνος, χρώμα, διότι η ιδιότητά του αυτή φτάνει και δεν τον διαχωρίζει από τους προηγούμενους ή τους επόμενους. Ο ανθρωπισμός του Μοτσενίγκο, ωστόσο, ίσως και μια προσωπική στάση ζωής, ήρθε να δείξει ένα νέο ήθος εκ μέρους των Βενετών, μια προσπάθεια να “βάλουν νερό στο κρασί τους” και να το τρέψουν τον βαρύ οίνο σε κρασί, πιο εύγευστο, χωρίς τις δυσάρεστες επιπτώσεις που έχει όταν το πίνεις άκρατο, ποτό. Στο ωραίο κρασί, με άλλα λόγια, που έβγαζε η Κρήτη τότε, όπως έδειξα κι αλλού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *