Τείχος-τείχος τον καημό μου

μια περιήγηση στα βενετικά τείχη του Ηρακλείου

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Το έχω σαν τάμα, περίπου, να επισκέπτομαι όσο πιο συχνά γίνεται τα τείχη του Ηρακλείου. Είναι ένα εντυπωσιακό επίτευγμα της αρχιτεκτονικής της πάλαι θαλασσοκράτειρας Βενετίας, τα μεγαλύτερα τείχη και τα καλύτερα σωζόμενα από αυτά που έφτιαξε στην επικράτειά της. Μόνο με της Λευκωσίας συγκρίνονται ίσως. Ποτισμένα με τον ιδρώτα και το αίμα των Κρητικών που δούλεψαν για την κατασκευή τους, κοσμημένα με τα οικόσημα των Βενετών κυρίαρχων, σε κάποια μέρη επισκευασμένα από τους Οθωμανούς κατακτητές, αποτελούν μια ζωντανή εικόνα της ιστορίας του νησιού μας και της πόλης μας. Οι βάσεις τους είναι στο παλιό αραβοβυζαντινό τμήμα, που περιέκλειε την πόλη μέχρι περίπου τον 16ο αιώνα με πολλές επεμβάσεις και προσθήκες των Βενετών.

Οι ίδιοι αυτοί κυρίαρχοι, με την διάδοση της πυρίτιδας και της αλλαγής του τρόπου διεξαγωγής των πολέμων με την χρήση κανονιών και άλλων τηλεβόλων όπλων, προέκριναν την επέκταση των τειχών του Χάνδακα και έστειλαν λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα τον Βερονέζο αρχιμηχανικό Μικέλε Σανμικέλι να τα φτιάξει όλα αυτά. Της ίδιας εποχής είναι και ο Κούλες (Rocca a mare). Άλλοι διάσημοι αρχιμηχανικοί ήρθαν έπειτα να συνδράμουν, με κορυφαίο τον Τζούλιο Σαβορνιάν, ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα στο να αποκτήσουν την σημερινή μορφή τους με τις επτά πύλες, τον προεξέχοντα προμαχώνα Μαρτινέγκο και την ενσωμάτωση σε αυτά του φρουρίου του Αγίου Δημητρίου, στο “Καπετανάκειο”, στην περιοχή της Ανάληψης. Μέχρι και την τελική έξοδο των Βενετών με τον Κρητικό Πόλεμο (1645-1669), τα τείχη αυτά φτιάχνονταν, βελτιώνονταν. Επιπρόσθετα φτιάχτηκαν στην πόλη άλλα δύο τείχη: το ένα βρισκόταν στην Σαμπιονέρα, στην Πύλη της Άμμου δηλαδή, εκεί που είναι σήμερα το 6ο Γυμνάσιο, η “Εμπορική”, και προς το ξενοδοχείο “Ατλαντίς”.

Και τι δεν είδα! Κούτες με γλυκά πεταμένες όπου να ’ναι, σπασμένα παγκάκια, χόρτα που έφταναν ως τη μέση μου, σκουπίδια κάθε λογής και φύσης.

Τα τείχη του Χάνδακα, για να θυμηθώ τις πολύ αξιόλογες μελέτες της Χρυσούλας Τσομπανάκη και της Ιωάννας Στεριώτη, είναι ένα μνημείο ιδιάζον. Δεν είναι ένα παραδομένο στη λήθη του χρόνου τεκμήριο της αρχαιολογίας. Δεν είναι ένα πεθαμένο αντικείμενο, αλλά ο τόπος που μπορούμε να πάμε για να αναζωογονηθούμε οι ίδιοι, να σκεφτούμε, να συζητήσουμε τους προβληματισμούς μας, τις απογοητεύσεις και τις ελπίδες μας με τον άνθρωπό μας, με τους υπόλοιπους φίλους μας και με τους συγγενείς μας, με την οικογένειά μας. Δέχεται τις επισκέψεις μας σωρηδόν ή εξατομικευμένα, ανάλογα με την διάθεσή μας. Τα τείχη μας περιβάλλουν, αλλά εμείς δεν τα αγκαλιάζουμε αντίστοιχα, δεν υπάρχει διαδραστικότητα, όπως είναι της μόδας να λέμε.

Φέτος είχα αργήσει να εκπληρώσω το “τάμα”, ώσπου ήρθε μια παρέα φίλων από την Αθήνα. Κάποιοι ντόπιοι, άλλοι Αθηναίοι, ήθελαν τέλος πάντων να γνωρίσουν τα πελώρια αυτά κατασκευάσματα. Πήγαμε, λοιπόν, από τη σκάλα του παλιού Μηχανολογικού πάνω στα τείχη, στον επισκευασμένο από τους Τούρκους προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, και ξεκίνησε η περιήγησή μας, μία μικρή βόλτα πάνω στην ιστορία της πόλης. Ομολογώ ότι ξεκίνησε πολύ καλά η ιστοριογνωστική ξενάγηση, με κάποια προβλήματα στην φυσική κατάσταση κάποιων από εμάς βέβαια, ένεκα των χρόνων, αλλά τελικά διαπεραιώθηκε με επιτυχία η αποστολή μας.

Το καλό με τα τείχη είναι ότι αποτελούν ένα προσβάσιμο μέρος για σχεδόν όλους τους πολίτες. Όχι όλους, να πούμε την αλήθεια. Για τα άτομα με κινητικά προβλήματα δεν νομίζω ότι γίνεται η διαδρομή, και, αν γίνεται, θα είναι μετ’ εμποδίων. Πολλά έχει ακόμα να κάνει κάποιος για να εξασφαλίσει στους συμπολίτες μας αυτούς μια ποιότητα ζωής.

Το κακό με τα τείχη είναι ότι ουσιαστικά έχουν εγκαταλειφθεί. Εκτός και αν κάνω λάθος και τα έχουμε αφήσει επιμελώς ατημέλητα, όπως κάνουν κάποιοι και κάποιες με την εμφάνισή τους. Μακάρι να τα φροντίζαμε όπως τον εαυτό μας. Όμως δεν το κάνουμε. Η εντύπωση που αποκόμισα από την επίσκεψη αυτή στα τείχη ήταν η χειρότερη, επονείδιστη, θα έλεγα. Και δε με νοιάζει για τους ανθρώπους που ήταν μαζί μου, δεν είναι ανάγκη όλα να τα κρίνουμε με γνώμονα το “τί θα πει ο άλλος”, προσωπικά τα κρίνω με την λογική του ότι εγώ ζω στην πόλη, εγώ είμαι υπεύθυνος για αυτά, εγώ προσφέρω στον εαυτό μου αυτήν την άθλια εικόνα και στην ερχόμενη γενιά μια πληγή, αντί για μια ομορφιά.

Η περιήγηση μας στα τείχη έμοιαζε με την άφιξη ενός ήρωα του Μαινόμενου Ορλάνδου, του Αστόλφου, στο φεγγάρι, όπου υπάρχουν στη σκέψη του μεσαιωνικού ανθρώπου κάθε άχρηστο και χαμένο πράγμα, και όπου έχει καταφύγει για να βρει τα χαμένα μυαλά του Ορλάνδου από τον έρωτα του για την Αγγελική, κόρη του βασιλιά της Κατάη/Κίνας. Πράγματι τα βρήκε σε ένα μπουκαλάκι και του τα επέστρεψε. Εγώ πάλι δεν βρήκα κάτι τέτοιο, αντίθετα έχασα το μυαλό μου και άρχισα να μαίνομαι. Και τι δεν είδα! Κούτες με γλυκά πεταμένες όπου να ’ναι, σπασμένα παγκάκια, χόρτα που έφταναν ως τη μέση μου, σκουπίδια κάθε λογής και φύσης και -σιγά μην έλειπαν- ακαθαρσίες από τα συμπαθέστατα αυτά τετράποδα που λένε σκύλους. Καλό θα ήταν οι υπερήφανοι ιδιοκτήτες τους να μάθουν να καθαρίζουν όσα αφήνουν πίσω. Υπάρχει μεγάλο ζωοφιλικό ρεύμα στην πόλη και είναι κρίμα να σπιλώνεται γενικά, συλλήβδην, εξαιτίας δύο-τριών που δεν μπορούν να πράξουν το σωστό. Καλό θα ήταν, επίσης, να ελεγχθούν και να αντικατασταθούν, όπου χρειάζεται κάτι τέτοιο, τα ξύλινα στελέχη στις σκάλες που ανεβοκατεβαίνει ο κόσμος στα τείχη. Δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο κοστοβόρο. Κρίνονται ανθρώπινες ζωές από αυτές τις λεπτομέρειες.

Θα μπορούσαν, επίσης, για να μην πω “θα έπρεπε ήδη” να υπάρχουν συνοπτικές πληροφορίες με τη μορφή μικρών επιγραφών ίσως, καλαίσθητων πινακίδων και πινάκων ζωγραφικής -με τρόπο τέλος πάντων που άλλοι είναι αρμοδιότεροι από εμένα να το υλοποιήσουν- που να πληροφορούν τον επισκέπτη για κάποια σημαντικά γεγονότα που σχετίζονται με κάθε πύλη, προμαχώνα και μέρος του τείχους. Στο Μαρτινέγκο, ας πούμε, εκεί που σήμερα αναπαύεται το μεγάλο τέκνο της πόλης, ο Νίκος Καζαντζάκης, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Χάνδακα υπήρξε μια επιτυχημένη αρχικά επίθεση των Τούρκων, έπειτα από προδοσία του αξιωματικού που το φύλαγε, την οποία τελικά απέκρουσαν με μεγάλες θυσίες και κόπο οι Βενετοί και οι σύμμαχοί τους. Τότε οι χριστιανοί έφτιαξαν έναν μεγάλο λευκό σταυρό, που τον έστησαν στον προμαχώνα και τον έβλεπαν οι Τούρκοι ως σημείο της υπεροχής του χριστιανισμού έναντι του Ισλάμ. Τον κατέβασαν όταν έφευγαν οριστικά από την πόλη και πήγαν στους τόπους τους μαζί με τους εξόριστους Καντιώτες. Αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος να λεηλατηθούν από ασυνείδητους, θα ήταν πιθανόν να τεθούν αν όχι κάποια αντικείμενα της εποχής αυτής, ομοιώματά τους, όπως μπάλες κανονιών. Θα μπορούσε δηλαδή η περίβολος των τειχών να έχει τη λειτουργία ενός υπαίθριου Μουσείου ουσιαστικά, ανοιχτό σε όλους, προσβάσιμο.

Κλείνοντας, θα έλεγα ότι ο χώρος αυτός είναι ένας εξαιρετικός τόπος περιπάτου και αναψυχής για πολλούς κατοίκους της πόλης. Ή θα έπρεπε να είναι, θα μπορούσε να είναι, υπάρχει η προοπτική, η δυνατότητα και όχι η δυνητικότητα μονάχα. Πιστεύω ότι θα ήταν προς όφελος μας, προς αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής μας το να καλλωπίσουμε το κομμάτι αυτό της πόλης μας. Είναι ένας υπερυψωμένος χώρος που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί με ποικίλους τρόπους. Θα μπορούσε να είναι, παραδείγματος χάρην, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, μήνες με καλό καιρό γενικότερα, δηλαδή γύρω στους εννέα μήνες το χρόνο στην Κρήτη, τόπος για υπαίθριες καλλιτεχνικές εκθέσεις, ειδικά με μια ήπιας μορφής δεντροφύτευση ίσως, αν το επέτρεπε η Αρχαιολογία και έπειτα από μελέτες ειδικών, γεωλόγων, γεωπόνων, όσων η επιστήμη τους εφάπτεται του θέματος.

Έτσι, αντί να βγάζω σπάνια τείχος-τείχος τον καημό μου, ίσως όπως κι εσείς, αν παρόμοια νομίζετε, να έβγαζα βόλτα συχνά την υπερηφάνειά μου για την πόλη αυτή, την πόλη “μου”, και την ιστορία της.

Comments

  1. Oraia ta lete re    

    Μην το ψάχνετε. Οι δήμαρχοι και οι απανταχού υπεύθυνοι ανακάλυψαν το μυστικό και τότε το ρολόι σταμάτησε για τους περισσότερους αρχαιολογικούς χώρους στην Ελλάδα.

    Ποιο είναι το μυστικό;
    Οτι αν συντηρήσουν αυτούς τους χώρους, οι ψήφοι που θα πάρουν θα είναι ελάχιστοι γιατί ο κόσμος θα τους πει «δουλειά σου ήτανε»
    Αν ΔΕΝ συντηρήσουν αυτούς τους χώρους, οι ψήφοι που θα χάσουν θα είναι ελάχιστοι γιατί ο κόσμος δεν νοιάζεται και δεν επισκέπτεται τους αρχαιολογικούς χώρους (άρα δεν βλέπουν και το χάλι τους).

    Άρα, γιατί να χάσουνε χρόνο και χρήμα για κάτι που οι ψηφοφόροι – στην πλειοψηφία τους – τους αδιαφορούν;

  2. K.B    

    Σημειώστε επίσης ότι η θέα από τα τείχη δεν είναι ότι καλύτερο θα μπορούσε να δει ο επισκέπτης σ αυτή τη πόλη και οτι η σύγκριση με τη Λευκωσία η οποία διατηρεί τα τείχη της σε άριστη κατάσταση είναι πράγματι άκρως τραυματική.
    Κ.Β

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.