Τα παιχνίδια της ζωής: το χαμένο Νόμπελ και του Σικελιανού

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951), γεννήθηκε στη Λευκάδα και ήταν γόνος οικογένειας με σχετικά υψηλή μόρφωση. Ο πατέρας του ήταν Καθηγητής Γαλλικών και η μητέρα του, φιλόμουση γυναίκα, ήταν συγγενής του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Ο Επτανήσιος ποιητής μεγάλωσε στην σκιά του Σολωμού, ο οποίος στάθηκε το ίνδαλμα, αλλά και η πρόκληση για ξεπέρασμα, ένα κίνητρο δημιουργίας.

Από νωρίς ο Σικελιανός έδειξε, πέρα από το εξωτερικό του κάλλος, σπουδαίο δείγματα του ταλέντου του, αλλά και κάποιες ιδιορρυθμίες. Ο “Αλαφροΐσκιωτός” του, ένα ποίημα-ποταμός στην παράδοση των “Φύλλων Χλόης” του Γουόλτ Γουίτμαν, όπως υποστηριζει η Αθηνά Βογιατζόγλου, αποτελεί και ένα μέτρο για την προσπάθεια ανανέωσης του ποιητικού τοπίου της Ελλάδας, που το είχε ως τότε σκεπάσει με την μεγάλη και βαριά σκιά του ο Κωστής Παλαμάς. Όντας σε θέση, επίσης, να εκμεταλλευτεί μεγάλα ποσά από την τεράστια, αλλά όχι κι ανεξάντλητη, περιουσία της Αμερικανίδας συζύγου του Εύα Πάλμερ-Κόττλαντ, ο Σικελιανός έζησε ως το 1930 χονδρικά τη ζωή ενός μπον βιβέρ, ενός καλοζωιστή, με ένα όμιλο γυναικών-ερωμένων και θαυμαστών γύρω του.

Από το 1914 έχει γίνει στενός φίλος με τον Καζαντζάκη, παρότι οι πολιτικές τους αντιλήψεις είναι διαφορετικές εντελώς. Ο Σικελιανός είναι φιλοβασιλικός, με ποιήματα γεμάτα θαυμασμό προς την βασιλική οικογένεια, λάτρης της Μεγάλης Ιδέας και της επανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό τον Κωνσταντίνο τον ΙΒ’, συνεχιστή του έργου του Κωνσταντίνου ΙΑ’ του Παλαιολόγου. Παρ’ όλα αυτά, όσο την εξουσία έχει ο Βενιζέλος, ο Σικελιανός θεωρεί την Μικρασιατική Εκστρατεία ως την σύμπραξη του “φραγκοφορεμένου και όχι βρακοφορεμένου” Χανιώτη πολιτικού, όπως τον αποκαλεί στο “Ανοιχτό Υπομνημα εις την Αυτού Μεγαλειότητα” με μια εχθρική προς το στέμμα ένωση και δεν την στέργει. Στις “Συνειδήσεις” του μιλά υπαινικτικά για τον Μεγάλο Αλέξανδρο ως ένα “ξερριζωμένο Βάκχο”, θεωρώντας και την δική του εκστρατεία εκτός λογικής. Λογική για τον Σικελιανό είναι η φιλοβασιλική ρήση “μικρή και υπερήφανη Ελλάδα”. Αντιφατικό και μικρόψυχο για έναν οπαδό του ελληνικού αλυτρωτισμού. Ο Καζαντζάκης θεωρεί πώς έχει γίνει υπερβολικός και τις εκδηλώσεις του τις λογοτεχνικές και κάθε είδους εκτός σφαίρας λογικής. Ίσως αυτόν να σατιρίζει στο κεφάλαιο της Αναφοράς στον Γκρέκο με τίτλο “Ο φίλος μου ο ποιητής”: η γυναίκα ενός ποιητή εκεί του φέρνει ένα πτώμα και ζητά να το αναστήσει. Μια αναφορά ίσως στην προσπάθεια του Σικελιανού να αναστήσει το απολλώνειο πνεύμα στους Δελφούς. Ο ποιητής φυσικά δεν το πετυχαίνει και δεν συνειδητοποιεί πόσο γελοία είναι αυτή η προσπάθεια.

Πράγματι, αποτύπωση σε αληθινό χρόνο μιας ζωής εκτός της σφαίρας της πραγματικότητας υπήρξε η σύλληψη και η τέλεση των Δελφικών Εορτών, το 1927 οι πρώτες, το 1930 οι δεύτερες και το 1952, ένα έτος μετά τον θάνατό του, οι τρίτες. Τις παρακολούθησε και ο Βενιζέλος, τις σατίρισε ο Καρυωτάκης και το ελληνικό κράτος τις χρησιμοποίησε αργότερα ως ένα είδος τουριστικού φεστιβάλ για την προώθηση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Σε αυτές τις γιορτές, μέσω λαογραφικών εκθέσεων και τις απομίμησης των δραμάτων του Αισχύλου σε σκηνογραφικές οδηγίες και κοστούμια της Εύας, η λατρεία του Απόλλωνα εκτυλίχθηκε σε μια προσωπική επίδειξη του Σικελιανού, που “αυτοθεοποιούνταν”, όπως έγραψε περίπου ειρωνικά ο Καζαντζάκης. Ωστόσο, οι ετοιμασίες, οι προπαρασκευές για τις γιορτές δέσμευαν τον προσωπικό χρόνο του ποιητή και τον έκαναν λόγω κόπωσης να περάσει ένα στάδιο δημιουργικής αφλογιστίας. Αυτό ήταν το μεγάλο λάθος, σύμφωνα με τον Κρητικό φίλο του, που έκανε ο Σικελιανός. Επίσης, οι γιορτές αυτές απορρόφησαν τεράστια κεφάλαια από την Εύα, που χρεωκόπησε και έφυγε για την Αμερική, όπου είχε συγγενείς και όπου και σήμερα ζει η ποιήτρια Ελένη Σικελιανού, δισεγγονή του Άγγελου και ερευνήτρια του έργου του.

Ο φιλοβασιλικός και αιθεροβάμων ποιητής, χωρίς πια την Ηγερία και Μαικήνα του, άφησε πια την έως τότε αφ’ υψηλού θέαση του χώρου και του τόπου του και άρχισε να λειτουργεί με τους όρους ενός γειωμένου πια καλλιτέχνη. Τα ποιήματά του μετά τις Δελφικές Εορτές είναι τα πιο ανθρώπινα, τα πλέον αισθηματικά. Δεν έχουν την ρητορεία και την ψυχρή πλαστικότητα των πρώτων του συλλογών “Ραψωδίες του Ιονίου”, “Το Πάσχα των Ελλήνων”, “Επίνικοι Α’”, “Επίνικοι Β’ ”, αλλά νιώθεις την ανάσα του ποιητή και τον ιδρώτα του σχεδόν, την βαθιά εσωτερική αγωνία του. Ο Σικελιανός εξανθρωπίζεται, αφήνει πίσω του την σαγηνευτική κάποτε αλλά και ενοχλητική συχνότερα αίσθηση ενός θεϊκού μεγαλείου.

Αυτόν τον άνθρωπο συναντά και εξυμνεί ο Λουντέμης στο έργο για τον ποιητή “Ο εξάγγελος”, με αυτόν βρίσκει εσωτερικές ομοιότητες και αναπτύσσει φιλία ο Νικηφόρος Βρεττάκος από το 1948 ως το 1951. Είναι ο Σικελιανός του λαού, όλων των Ελλήνων πια, αυτός που έγραψε την “Ιερά Οδό”, αυτός που παντρεύτηκε την γλυκύτατη Άννα με την πλέον προσγειωμένη ψυχοσύνθεση από εκείνη της Εύας. Αυτός είναι ο ποιητής που έγραψε τα “Ακριτικά” στην Κατοχή, συνεργαζόμενος-άκουσον άκουσον-με τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, παρά το φιλοβασιλικό του παρελθόν. Αυτός ήταν ο Σικελιανός όλων πια των Ελλήνων που απήγγειλε με την βροντώδη φωνή του τον Εθνικό Ύμνο απέναντι από τους Γερμανούς κατακτητές στην κηδεία του Παλαμά το 1943.

Αυτόν, λοιπόν, τον Σικελιανό πρότειναν οι Έλληνες λογοτέχνες, πρόεδρος της Εταιρίας των οποίων προϋπήρξε και ο ίδιος, το 1947 για Νόμπελ μαζί με τον Καζαντζάκη, με τον οποίο είχε επανασυνδεθεί οριστικά το 1942. Οι δύο δημιουργοί είχαν παραμερίσει τις πικρίες και τις διαφορές του παρελθόντος, αν και ποτέ δεν χώρισαν με καυγά, και συστεγάστηκαν μάλιστα μια περίοδο μικρή στο σπίτι του Καζαντζάκη στην Αίγινα, όπου και δημιούργησαν μαζί. Έτσι, η κοινή τους υποψηφιότητα για το Νόμπελ δεν ήταν τυχαία, ούτε προκάλεσε έκπληξη, Έκπληξη προκάλεσε η χυδαία αντιμετώπισή τους από τους επίσημους Έλληνες. Αυτό το έχει πραγματευτεί για τον Καζαντζάκη στο ενδιαφέρον βιβλίο του “Το χαμένο Νόμπελ” ο δημοσιογράφος Κώστας Αρκουδέας (Καστανιώτης 2015). Οι δύο λογοτέχνες κατηγορήθηκαν ως κομμουνιστές και ο Σπύρος Μελάς, ένας υπερ-συντηρητικός λογοτέχνης και εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης, έφτασε ως την Στοκχόλμη για να πείσει τον Σουηδό βασιλιά και τους υπόλοιπους κριτές να μην δώσουν το βραβείο σε δύο “κόκκινους”. Όπερ και εγένετο.

Ο Σικελιανός πέθανε το 1951 με φρικτό θάνατο, όταν, νοσηλευόμενος λόγω ημιπληγίας, αντί για το φάρμακό του δόθηκε στον ποιητή από ένα αχαρακτήριστο σφάλμα ποντικοφάρμακο. Ο υποφαινόμενος απλά αναρωτιέται “πώς τα φέρνει η ζωή;” όταν γνωρίζει πως χαρακτηρίστηκε στα “γεράματά του” ως “κομμουνιστής” ο ακραίος φιλοβασιλικός ποιητής, αυτός που έγραψε φλογερά ποιήματα προς υπεράσπιση του βασιλιά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, όταν έφυγε εξόριστος και όταν γύρισε. Οπότε, επανέρχεται στο γνωστό συμπέρασμα: ας μην βάζουμε ταμπέλες και επίθετα με χαρακτηριστική ευκολία, πρώτα-πρώτα “ακόμα και εγώ ο ίδιος που σας ομιλώ” (για να θυμηθώ έναν άλλο ποιητή, τον Μιχάλη Κατσαρό στο “Κατά Σαδδουκαίων” του). Ας εξετάζουμε πρώτα το σύνολο της πορείας κάθε ανθρώπου. Ο Σικελιανός μπόρεσε και ξεπέρασε τις προσωπικές του αγκυλώσεις και να εργαστεί υπέρ όλων των Ελλήνων την κρίσιμη ώρα, την περίοδο της Κατοχής. Ας έχουμε μια περισσότερο συμφιλιωτική διάθεση, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις και ας μην απορρίπτουμε χωρίς να γνωρίζουμε. Όμως αυτό θέλει θάρρος και δεν ξέρω αν το διαθέτουν όλοι και όλες. Και, προσοχή, να συνεργαζόμαστε, αλλά όχι να συρόμαστε, να είναι μια συνειδητή πράξη, εκούσια.