Τα “Ντελικατέσεν”

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Διονύσιος: Θα ‘ρθεις Καραγκιόζο, ψυχούλα μου;

Καραγκιόζης: Πού ρε Νιόνιο;

Διον.: Στου Μπαρμπαγιώργου, καρδιά μου. Δεν ξέρεις πως έχει τα γενέθλια του σήμερα και μας κάλεσε απάνω στη στάνη να φάμε και να πιούμε;

Καρ.: Πώς δεν το ξέρω μωρέ; Της αδερφής του κοπέλι είμαι και δεν θα μου το έλεγε;

Διον.: Ε, πάμε λοιπόν κι ελπίζω τα φαγητά του να ‘ναι όλα ντελικατέσεν.

Καρ.: (Τον καρπαζώνει) Τι είναι αυτό ρε;

Διον.: Να! Εκλεπτυσμένες γεύσεις που λέμε. Ή αλλιώς, φαγητά γκουρμέ.

Καρ.: Ανάθεμά το το μυαλό σου που το ‘κρυψες και κάτω από την καμινάδα που φορείς. Ετσά πήγανε και τον Ψαραντώνη σε ένα εστιατόριο στην Αθήνα και τον πήγανε σε ένα εστιατόριο πολυτελείας. Για πρώτο πιάτο του φέρανε μια πιατάρα τεράστια που χε μια πηρουνιά μακαρόνια μέσα. Ο Ψαραντώνης όμως δεν τα ‘χασε. Μόνο φώναξε το γκαρσόνι και του ‘πε: Καλά είναι. Πες του μάγειρα να τα βγάλει. Μα άντε δα φτάξαμε στη στάνη.

Μπαρμπαγιώργος: Μωρέ καλώς τους. Ιλάτε μέσα να φάμε μια μπουκιά.

Καρ.: Εκάτσαμε μπάρμπα.

Μπαρ.: (Φέρνει δυο κομμάτες κρέας, σπληνάντερο, μια κομμάτα τυρί, δυο πλαστικά μπουκάλια με κρασί, ξύγαλο και μυζίθρα) Ανιψούδ’ άφησε και κανέναν άλλο να φάει και μετά θα σας φέρω το αρνί στη σούβλα.

Καρ.: Φασουλάδα δεν έχει μπάρμπα;

Μπαρ.: Πώς δεν έχει. Και φασουλάδα έχω μαγειρεμένη και χόντρο και βραστή αίγα. Μόνο σιγά – σιγά να μην πνιγείτε.

Καρ.: Νιόνιο, πώς πάνε τα ντελικατέσεν;

Διον. (Μπουκωμένος) Ο Θεός να έχει καλά τον Μπαρμπαγιώργο!