Τί να μην κάνεις σε μια ταινία…

Σημαντική αποστολή για τα πορτραίτα των μεγάλων Ελλήνων επιτελεί ο Γιάννης Σμαραγδής

Μάριος Διονέλλης
Μάριος Διονέλλης

Από τη νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Ο μικρός Νίκςο Καζαντζάκης με τον πατέρα του, Καπετάν Μιχάλη.

Παρακολουθώντας την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας Καζαντζάκης στο Ηράκλειο, δύο τρεις σκέψεις μόνο έχω να καταθέσω και ας με συγχωρήσει ο καλός Θεός του κινηματογράφου αν αδικώ με τα λόγια μου κανέναν. Σημειώστε πως τα λόγια αυτά δεν έρχονται ούτε από κριτικό (κινηματογράφου) με βαθιά γνώση στο συγκεκριμένο είδος τέχνης, ούτε από Κρητικό (στην καταγωγή) που θα του αρκούσε ίσως και μόνο η αναφορά του ονόματος του Καζαντζάκη για να βγει δυο πήχες ψηλότερος από την αίθουσα.

Το πορτραίτο του Καζαντζάκη  που φιλοτέχνησε ο Γιάννης Σμαραγδής αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα του τι ΔΕΝ πρέπει να κάνει κάποιος όταν δημιουργεί μια ταινία – πορτραίτο μιας προσωπικότητας. Ακολουθώντας την ίδια ακριβώς τακτική και με προηγούμενες ταινίες του, όπως ο «Ελ Γκρέκο», ο σκηνοθέτης πράγματι επιτελεί σημαντικό έργο προσφέροντας κυριολεκτικά στο πιάτο των επόμενων δημιουργών τις παγίδες στις οποίες δεν πρέπει να πέσουν, όπως έπεσε ο ίδιος.

Όταν εν προκειμένω, λοιπόν, σκηνοθετείς τον Καζαντζάκη, πρέπει να προσέξεις:

  • Να μην επιλέξεις ηθοποιούς που δεν πείθουν ούτε με το παρουσιαστικό, ούτε με την ηλικία τους, ούτε με την ερμηνεία τους για τον ρόλο που αναλαμβάνουν (παράδειγμα ο Καπετάν Μιχάλης που όσο και αν μεγαλώνει ο Καζαντζάκης, εκείνος μένει ίδιος και απαράλλαχτος).
  • Να μην επιλέξεις ηθοποιό που στον σύντομο ρόλο του Ζορμπά δεν θα προλάβει ποτέ να πείσει τον θεατή ότι είναι όντως ο «Ζορμπάς» και όχι ο Αθερίδης, ξεπερνώντας την προσωπική του μανιέρα.
  • Να μην ακούσεις τόσο τα κελεύσματα των εταιριών παραγωγής, που καταλήγουν να «δείχνουν» πιο σημαντική τη συνάντηση του Καζαντζάκη με τη Μελίνα και τον Ντασσέν απ’ ό,τι με την πρώτη του σύζυγο Γαλάτεια, η οποία δεν αναφέρεται καν στην ταινία.
  • Να μην ξεχάσεις τη σημαντική για τον Καζαντζάκη περίοδο στο Κράσι, με τα αδέρφια Αλεξίου και τον φιλολογικό περίγυρο που διαμόρφωσαν τον μεγάλο λογοτέχνη.
  • Να μην ακούσεις την ανάγκη να κάνεις εντελώς εύπεπτους τους διαλόγους, τόσο που να μοιάζουν με σχολικό σκέτς ( «Ώστε πήρες αποβολή απ’ το σχολείο, ε;» λέει ο Καπετάν Μιχάλης και μετά δέρνει τον νεαρό Καζαντζάκη με τη μαγκούρα. Στην αμέσως προηγούμενη σκηνή ο δάσκαλος λέει: «Δύο μέρες αποβολή και θα ειδοποιήσω και τον πατέρα σου…»  – Αφήστε και κάτι να το καταλάβουμε μόνοι μας κ. Σμαραγδή…)
  • Να μην ξεχάσεις (κυρίως) να εξηγήσεις στο κοινό γιατί ήταν σημαντικά αυτά που έγραφε ο Καζαντζάκης, αντί να τον εμφανίσεις ως μια ακατάπαυστη λογοτεχνική μηχανή

Αν κάποιος στο μέλλον επιχειρήσει να φέρει ξανά στο πανί τον Νίκο Καζαντζάκη έχει μπροστά του έναν πολύ καλό οδηγό για το τί ΔΕΝ πρέπει να κάνει.

Και δυο ακόμα για τον περίγυρο και τα ντεσού της πρεμιέρας.

Να μην επαναλάβεις τη «μόδα» του σιωπηλού πηδηχτού χορού βάζοντας μάλιστα έξι εφτά μαυροντυμένους να αναμετριούνται με τη χοντρή μοκέτα του Talos Plaza (και τελικά να κερδίζει η μοκέτα αφού το «ρίγος» από τα βαροπατήματα δεν έεφτασε ούτε μέχρι τη μέση της αίθουσας).

Και τέλος να μην επαναλάβεις την εξόφθαλμη σύγκρισή σου με τον μεγάλο λογοτέχνη (που κυνηγήθηκε από τους συντοπίτες του όπως και… εσύ). Όχι από σεμνότητα, αλλά κυρίως επειδή δεν πείθεται κανείς πως ο ενδεχόμενος αφορισμός ή η απώλεια του Νόμπελ είναι ισάξια με την περιπετειώδη επιχορήγηση από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου ή με τα προβλήματα με την Αρχαιολογία κατά τα γυρίσματα στην Κρήτη.

Με όλα τα παραπάνω είναι πολύ σαφής η προσφορά του Γιάννη Σμαραγδή. Αν κάποιος στο μέλλον επιχειρήσει να φέρει ξανά στο πανί τον Νίκο Καζαντζάκη έχει μπροστά του έναν πολύ καλό οδηγό για το τι ΔΕΝ πρέπει να κάνει. Και αυτό είναι όντως σημαντικό.