Συριζα – Ανελ: Μια ανθεκτική κυβέρνηση για πολύ συγκεκριμένους λόγους

Γιάννης Ζωγραφάκης
Γιάννης Ζωγραφάκης

Αυτή την στιγμή, έχουμε μια Αριστεροδεξιά κυβέρνηση που διανύει τον τρίτο χρόνο διακυβέρνησης της.

Όσο και αν έχει απογοητεύσει τις προσδοκίες του κόσμου που την ψήφισε, όσο και αν έχει αποδειχτεί ακροβάτης στις τούμπες, όσο και αν έχει δείξει ότι στα εθνικά θέματα δεν έχει ισχυρή βούληση, η κυβέρνηση αυτή είναι εξαιρετικά ανθεκτική και φαίνεται να ξέρει να χειρίζεται καλά ως προς τον εαυτό της τα εσωκομματικά προβλήματα που προκύπτουν από τις επιλογές που κάνει.

Πολλοί θα αποδεχτούν ότι ο Πρωθυπουργός και τα κυβερνητικά στελέχη, είναι φερέφωνα της πολιτικής που ασκείται από την Ε.Ε. Πολλοί θα θυμηθούν και τις γκάφες των προηγούμενων ετών, και έχω ακούσει πολλούς να περιμένουν τις επόμενες εκλογές για να αλλάξει η κυβέρνηση, όμως παρόλα αυτά κανείς δεν σκέφτεται ότι θα γίνουν πρόωρες εκλογές και δεν γνωρίζω, αν γινόταν κάτι τέτοιο, ποιος θα χαιρόταν πραγματικά.

Ο Τσίπρας ως πρώην κνίτης έχει το «κνόου χάου» για το πως να χειρίζεται εσωκομματικές ή ενδοοικογενειακές διαφορές. ακόμα και όταν σε άλλου είδους κομματικούς σχηματισμούς, με άλλη εσωτερική φιλοσοφία και σχεδιασμό σε ανάλογες περιπτώσεις μπορεί να είχαν παραιτηθεί οι αρχηγοί των κομμάτων αυτών και να είχαμε πάει σε πρόωρες εκλογές.

Ιστορικά έχει φανεί ότι όταν ο κεντρώος χώρος διαλύεται, τότε στην ανάληψη της εξουσίας, έρχονται ακραίες δυνάμεις, βλ. την χούντα η οποία ήρθε ως το αποτέλεσμα της διάλυσης του κεντρώου χώρου στην Ελληνική πολιτική σκηνή.

Κάτι ανάλογο άρχισε να συμβαίνει και στην σύγχρονη Ελλάδα από την εποχή του Κώστα Σημίτη του οποίου η διακυβέρνηση αφήνει εξαιρετικά περίεργα αναπάντητα ερωτήματα, αρχίζοντας με την φούσκα του Χρηματιστηρίου και το χάσιμο ολόκληρων περιουσιών, με άμεσα υπεύθυνο τον τότε Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος έμμεσα είχε εγγυηθεί για την καλή πορεία των μετοχών. Και μετά με το επόμενο σκάνδαλο, το οποίο ακόμα δεν έχει φανεί, και είναι αυτό του υπερδανεισμού των τραπεζών που στην ουσία έδωσε μέσω δανείων στον κόσμο τα χρήματα που είχαν χάσει από το χρηματιστήριο ως δάνεια που έπρεπε να επιστραφούν κάποια στιγμή και πάλι πίσω.

Η φθορά συνεχίστηκε με τις επόμενες κυβερνήσεις, του Κώστα Καραμανλή και του Γιώργου Παπανδρέου που στην πρώτη περίπτωση, του Καραμανλή, υπήρξε μια κυβέρνηση απούσα σε όλο το φάσμα των προβλημάτων της χώρας η οποία ουσιαστικά παρέδωσε την διακυβέρνηση στον Γιώργο Παπανδρέου παραδεχόμενη ότι αν ψηφιστεί ξανά από τον Ελληνικό λαό, ο λαός θα δεινοπαθήσει την ώρα που ο Γιώργος Παπανδρέου έλεγε το αξιομνημόνευτο «Λεφτά υπάρχουν».

Φτάσαμε λοιπόν με τα πολλά στην υπογραφή μνημονίων, σε αλλαγές προέδρων κομμάτων και σε έναν κεντρώο χώρο ο οποίος εκμηδενίστηκε πλήρως, με κύκνειο άσμα την διακυβέρνηση Σαμαρά, ο οποίος αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, μπορεί να τον θεωρήσει υπόλογο για πολλά πράγματα τα οποία έγιναν και επί της διακυβέρνησης του αλλά και πολύ πιο πριν, όπως στο Θέμα των Σκοπίων.

Ερχόμαστε λοιπόν στο σήμερα και σε μια τραγική αλήθεια η οποία εκφράζεται από ένα ερώτημα. Αν δεν υπήρχε η διάδοχη κατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ μετά την εποχή Σαμαρά, αυτή την στιγμή ποιο θα ήταν το πολιτικό σκηνικό στην χώρα;

Ο Τσίπρας ως πρώην κνίτης  έχει το «κνόου χάου» για το πως να χειρίζεται εσωκομματικές ή ενδοοικογενειακές διαφορές. ακόμα και όταν σε άλλου είδους κομματικούς σχηματισμούς, με άλλη εσωτερική φιλοσοφία και σχεδιασμό σε ανάλογες περιπτώσεις μπορεί να είχαν παραιτηθεί οι αρχηγοί των κομμάτων αυτών και να είχαμε πάει σε πρόωρες εκλογές.

Θα είχαμε ένα κέντρο εξαθλιωμένο από τα σκάνδαλα των προηγούμενων ετών με ανυπόστατους αρχηγούς κομμάτων οι οποίοι δεν θα ήταν από κανέναν πιστευτοί και μια ακροδεξιά η οποία θα είχε αλματώδη άνοδο.

Τα ίδια μνημόνια θα είχαμε υπογράψει και η ίδια πολιτική θα είχε υιοθετηθεί, μόνο που θα γινόταν από εντελώς αδύναμες κυβερνήσεις, οι οποίες θα έπεφταν η μια μετά την άλλη, μην μπορώντας να στηρίξουν το βάρος των ευθυνών που θα είχαν επωμιστεί.

Μέσα σε αυτή την άθλια για όλους κατάσταση, εμφανίστηκε μια αριστερή λύση και μια συμμαχία με τα άκρα της δεξιάς τα οποία δεν άγγιζαν τον φασισμό.

Το κενό του κέντρου δηλαδή καλύφθηκε από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικές βάσεις οι οποίες κατάφεραν να συνυπάρξουν σε μια εντελώς καινούργια συνταγή.

Η αριστερή πτέρυγα θα αναλάμβανε τα σοσιαλιστικά και τα φιλελεύθερα ιδεώδη και, ως αντίβαρο στον δικό της χαρακτήρα, η δεξιά πτέρυγα της συγκυβέρνησης θα αναλάμβανε τα εθνικά θέματα που παραδοσιακά ανήκουν στην ημερήσια διάταξη της.

Με αυτόν τον τρόπο καμία από τις δύο πτέρυγες δεν θα έχανε τον χαρακτήρα και την ιδεολογική της βάση, αλλά στο σύνολο και στην εξισορρόπηση των πραγμάτων, όλο αυτό το σύνθεμα θα οδηγούσε στο κέντρο.

Γιατί πέτυχε αυτή η συνταγή; Πέτυχε γιατί το πραγματικό κέντρο έχασε πλήρως την ταυτότητα του ενώ η κατάσταση αυτή την διατήρησε και την διατηρεί ακόμα.

Ερχόμαστε λοιπόν στο σήμερα και την παρούσα κατάσταση. Μετά από ένα όχι το οποίο έγινε ναι, μετά από την υπογραφή νέων μνημονίων, μετά από μειώσεις μισθών και συντάξεων, με προβλήματα στα εθνικά ζητήματα και πολλά άλλα, βλέπουμε έναν κεντρώο χώρο ο οποίος παρά τα όσα έχουν γίνει έχει αποτύχει στο πιο απλό, να βρει εκ νέου την ταυτότητα του και σε μια συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η οποία συνεχίζει να διατηρεί την δική της ταυτότητα με τις όποιες φθορές έχει υποστεί.

Και γιατί συνεχίζει να την διατηρεί; Γιατί παραμένει σταθερή στην θεωρητική της βάση και μπορεί η θεωρία να απέχει γαλαξίες ολόκληρους από την πράξη, όμως διατηρεί μια συγκεκριμένη ταυτότητα εκεί που οι πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης δεν μπορούν να την βρουν.

Πριν από λίγο καιρό, έγιναν εκλογές στον κεντρώο χώρο για να αναδειχθεί ένας καινούργιος ηγέτης, ο οποίος θα ενώσει τον χώρο. Θεωρώ ότι η εκλογή της Φώφης Γεννηματά δεν βοηθά καθόλου σε αυτό, όταν σε όλους η νέα μορφή αυτού του χώρου θυμίζει τα συντρίμμια του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, με ένα Ποτάμι το οποίο δεν πείθει κανέναν πλέον όχι στην ιδεολογική του πλατφόρμα αλλά για το αν έχει καν κάποια τέτοια.

Από την άλλη έχουμε μια αξιωματική αντιπολίτευση η οποία είχε τόσες ευκαιρίες να ζητήσει εκλογές και δεν το έκανε, γιατί απλά δεν την συμφέρει, εφόσον ξέρει ότι αν βγει κυβέρνηση τα ίδια περίπου θα κάνει με τον ΣΥΡΙΖΑ, μόνο που τα ενδοκομματικά αποτελέσματα για την ίδια θα είναι καταστροφικά. Και θα είναι γιατί ούτε ο αρχηγός της πείθει για την αξία του ούτε η ίδια η ΝΔ  έχει πλέον κάποια ιδιαίτερη ταυτότητα.

Όπως λοιπόν δείχνουν τα πράγματα, εξαρτάται από τις επιλογές που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση στο άμεσο μέλλον το αν θα κάνει την έκπληξη και εκλεγεί ξανά ή αν τελικά θα σβηστεί και αυτή από το πολιτικό προσκήνιο.

Αν μπορέσει να παίξει σωστά τα χαρτιά της, κρατήσει την περίεργη αριστερή με δεξιές αποχρώσεις ταυτότητα της, ενδιαφερθεί για τα εθνικά θέματα και δώσει λίγο πριν τις εκλογές μια αποχρώσα έστω ένδειξη ελπίδας στον κόσμο, τότε τα πράγματα μπορεί να είναι ευνοϊκά για αυτήν παρά τα όσα έχουν γίνει.