Συνειρμοί

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Έχω μια πολύ καλή φίλη. Νέα, όμορφη και τσαμπουκαλού, που τρελαίνεται να κάνει ιππασία. Έχει και δικό της άλογο μάλιστα. Δεν ξέρω πώς το λένε, δεν ξέρω αν είναι άλογο ή φοράδα αλλά το έχω κι εγώ από σπόντα αγαπήσει. Και για ένα άλλο λόγο: Μού θύμισε με έναν περίεργο συνειρμό της γαϊδουροκαβαλαρίες που κάναμε ολότελα πιτσιρικάδες στο Λασίθι, εγώ καβάλα στον Μουσολίνι και ο αδερφός μου στην Ψαρή.

Ο Μουσολίνι ήταν του μπάρμπα Ζαχάρη και της θειας Ζωής και της Ελευθερίας κι η Ψαρή ήταν το δικό μας γαϊδουράκι.

Κατεβαίναμε το καλντερίμι από το σπίτι μας και αρχίζαμε να νιματούμε τα γαϊδούρια μόλις επιάναμε τον κάμπο.

Ε, τα παντέρμα και πώς γλακούσανε. Ακόμη κι η Ψαρή που φημιζόταν για την τεμπελιά της έβαζε τα πόδια στον ώμο, που λένε.

Αφηνιασμένοι κι εμείς, αλαφιασμένοι φτάναμε στον Μεγάλο Ποταμό να κόψομε κανένα αυλάκι και να ψήσομε καμιά πατάτα στο φουρνάκι που μας περίμενε. Μόλις ανοίγαμε την πόρτα του μοσχομύριζε ο τόπος κι όσοι έκαναν στα γύρω δουλειές, παρατούσαν τα σκαπέτια, πλύνανε τα χέρια τους στις κουτσουνάρες που έτρεχαν νερό άφθονο καθώς γύριζαν οι μύλοι και καθόταν γύρω γύρω να τους φιλέψουν οφτές πατάτες «τα γραμματικάκια».

Είχαν κι αυτοί το κάτι τί τους. Άλλος δυο τρεις ντομάτες που μοσκομύριζαν, άλλος δυο τρεις ντάκους, ελιές μπόλικες και σπανιότερα κανένα κομμάτι τυρί, που το κρατούσαν και το πρόσφεραν σ’εμάς. Πίνανε και καμία ρακή και γύριζαν στις δουλειές τους πραγματικά ανανεωμένοι.

Εμείς βάζαμε τις χούφτες μας στην κουτσουνάρα, πίναμε νερό άφθονο και με τις κοιλιές τούμπανο ξανακαβαλικεύαμε στην Ψαρή και στον Μουσολίνι και γυρνούσαμε στο σπίτι να τους ταΐσομε και αυτούς τους καλοκάγαθους γαϊδάρους μας.

Προς πλήρη απόγνωση της μάνας μας δε μπορούσαμε να βάλομε ούτε μπουκιά στο στόμα, το μεσημέρι. Επειδή όμως ψυχανεμιζότανε, ή ήξερε τι συμβαίνει, δεν επέμενε και μας άφηνε να πάμε να παίξομε αμάδες.

Είδες τώρα, ρε Άνα, τι μου θύμισες με την πρωινή σου ιππασία;