Συμπυκνωμένη σοφία σε μεγάλες δόσεις

Τσιτάτα που σημαίνουν πολλά και τίποτα

Μιχάλης Παπαχατζάκης
Μιχάλης Παπαχατζάκης

Όλοι όσοι περιηγούνται στο διαδίκτυο πετυχαίνουν (δεν μπορεί!) διάφορες δημοσιευμένες «διάσημες φράσεις» και τσιτάτα, συνήθως επιφανών ανθρώπων της τέχνης, της πολιτικής, γενικά του πνεύματος. Και το ότι είναι επιφανών προσδίδει σ’ αυτές κύρος. Αναπαράγονται συνεχώς και συνεχώς, ως μια συμπυκνωμένη σοφία ή μια πρόταση πάνω στην οποία πρέπει να προβληματιστούμε. Ας δούμε ένα που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα, ένα του Μαγιακόφσκη:

«Όποιος δεν ξεχνά την πρώτη του αγάπη δεν θα γνωρίσει την τελευταία»

Είναι μια εξαιρετική φράση και απορώ πως δεν έχει γίνει δημοφιλής. Ίσως φταίει το ότι είναι του Μαγιακόφσκη. Σε τι αναφέρθηκε όμως ο μεγάλος σοβιετικός ποιητής; Φαίνεται προφανές. Αναφέρθηκε στις παλιές σχέσεις που πολλοί άνθρωποι δεν ξεπερνάνε. Που τυραννιούνται στην ανάμνησή τους, που καταστρέφουν τις καινούργιες ψάχνοντας ακριβώς αυτό που έχασαν, που δεν κάνουν καν καινούργιες απ’ την ψυχολογική πίεση που νιώθουν, απ’ την αυτοπεποίθηση που έχασαν. Ίσως να είναι μια παρότρυνση να μην γίνονται συγκρίσεις προσώπων και καταστάσεων. Δηλαδή, άλλα μυαλά πριν και άλλα τώρα. Ίσως να ειπώθηκε για ίδια χρήση. Ο Μαγιακόφσκη είχε άστατη ερωτική ζωή, αντισυμβατική, λένε όσοι ασχολήθηκαν με αυτό το κομμάτι του-σύντομου-βίου του.

Είχε ερωτευτεί τρελά την Λίλι Μπρικ, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Όσιπ Μπρικ. Ο άντρας της, συγγραφέας και αυτός, αποδέχτηκε την φανερή εξωσυζυγική σχέση της γυναίκας του. Και όχι μόνο: έγινε στενός φίλος με τον Μαγιακόφσκη, με τον οποίον εργάστηκαν και δημιούργησαν μαζί. Ο Μαγιακόφσκη έμενε με το ζεύγος Μπρικ και η ιδιότυπη αυτή σχέση κράτησε πολλά χρόνια. Ο Μπρικ ήταν κάτι σαν καλλιτεχνικός του καθοδηγητής, αρχικά τουλάχιστον, έτσι είπαν όσοι απομόνωσαν το έργο του Μαγιακόφσκη απ’ το πλαίσιο της Επανάστασης.

Σας θυμίζει κάτι αυτό; Είναι η κεντρική ιδέα του σεναρίου της αμερικάνικης ταινίας «Συνοδός Κυριών» (The Man From Elysian Fields), με τον Τζέημς Κόμπερν στο ρόλο του γέρου λογοτέχνη-καθοδηγητή και τον Άντυ Γκαρσία στο ρόλο του μπερδεμένου νεαρού συγγραφέα, που σπιτώνεται από τη γυναίκα του Κόμπερν και μαζί γράφουν το επόμενο μπεστ σέλλερ. Ο δάσκαλος με τον μαθητή και στη μέση μια γυναίκα. Στο πιο αμερικάνικο βέβαια, εμπλουτισμένο με βίζιτες, χρήμα, πολύ απογοήτευση, αλλά και οικονομική εκμετάλλευση.

Αλλά ας το πάρει το ποτάμι! Ο Μαγιακόφσκη δεν αναφερόταν κυριολεκτικά στον έρωτα, αλλά στη ρώσσικη λογοτεχνία. Το 1912 συνυπέγραψε το Φουτουριστικό Μανιφέστο «Χαστούκι στο Κοινό Γούστο» το οποίο ξεκινούσε ως εξής:

«Μόνο εμείς αποτελούμε το πρόσωπο της εποχής. Είμαστε η σάλπιγγα του χρόνου που ηχεί στην τέχνη του λόγου. Το χτες είναι ασφυκτικό. Η Ακαδημία και ο Πούσκιν είναι πιο ακατανόητοι και από ιερογλυφικά.
Ας πετάξουμε τον Πούσκιν, τον Ντοστογιέφσκη, τον Τολστόι κλπ κλπ από το ατμόπλοιο της σύγχρονης εποχής. Όποιος δεν ξεχνά την πρώτη του αγάπη, δεν θα γνωρίσει την τελευταία. Ποιος είναι τόσο ελαφρόμυαλος που θα απευθυνθεί στην τελευταία του αγάπη με την παρφουμαρισμένη πουτανιά του Μπαλμόντ; Μήπως και αντανακλάται σ’ αυτήν η σημερινή θαρραλέα ψυχή; […]»

Τα τσιτάτα λοιπόν, ή να τα πούμε όπως διαφημίζονται, οι «διάσημες φράσεις», είναι συνήθως μιας χρήσης και λέγονται για έναν σκοπό. Δεν έχουν γενική εφαρμογή. Η μεταφορά βέβαια του Μαγιακόφσκη είναι πολύ εμπνευσμένη, αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κυριολεκτικά. Ο Τσώρτσιλλ σαν αυτές τις μέρες, όταν οι Ιταλοί ξεκινούσαν την Εαρινή τους Επίθεση, είπε κάποτε «οι ήρωες πολεμάνε σαν Έλληνες«. Αυτή η αποστροφή αρέσει σε αρκετούς στην Ελλάδα, για ευνόητους λόγους. Αναφέρθηκε γενικά; Προφανώς όχι, άλλες φορές οι Έλληνες πολέμησαν ψυχωμένα και άλλες καθόλου. Μιλούσε για το 1940-1941 και μόνο.

Αν οι φράσεις απομονωθούν από το πλαίσιο που ειπώθηκαν και στο οποίο κόλλησαν μπορεί να είναι και ακατανόητες ή απαράδεκτες. Για παράδειγμα, ο διάσημος Αμερικάνος ποιητής και συγγραφέας Έντγκαρ Άλλαν Πόε (φέρεται να) είπε το παρακάτω:

«Πίστευε μόνο τα μισά από όσα βλέπεις και τίποτα απ’ όσα ακούς»

Καταρχάς το είπε όντως ο Πόε ή, καλύτερα, το είπε ακριβώς έτσι; Μήπως είναι κομμάτι ενός τυχαίου διαλόγου χαρακτήρων σε κάποιο μυθιστόρημά του;  Όχι;  Ε τότε τι ήθελε να πει; Όσα ακούς από ποιον; Ότι μήπως όλοι είναι ψεύτες σε τούτον τον μάταιο κόσμο;  Και τελικά από που μαθαίνει κανείς αν δεν (πρέπει να) δίνει βάση και να ακούει κανέναν;

Δεν βγαίνει άκρη. Το «μήνυμα», νομίζω δεν το αντιλαμβάνεται κανείς αλλιώς, είναι να μην εμπιστευόμαστε κανέναν και τίποτα, ούτε τους εαυτούς μας τελικά. Είναι ένας κόσμος κακός, λέει δήθεν ο Πόε, που όμως δεν μπορεί (ως λογικό συμπέρασμα) να αλλάξει αφού κάτι τέτοιο είναι έργο των πολλών οι οποίοι αναγκαστικά θα πρέπει να πιστέψουν ο ένας στον άλλον. Αν δεν πιστεύεις κανέναν δεν δημιουργούνται ούτε ανθρώπινες σχέσεις ούτε νέες κοινωνίες.

Τελικά, όπως είπε και ο Στέφεν Κόβευ:

«Η εμπιστοσύνη είναι η κόλλα της ζωής. Είναι το πιο σημαντικό συστατικό της ανθρώπινης επικοινωνίας»

Καλύτερο από αυτό που (ίσως) είπε ο Πόε. Εκείνος που το είπε βέβαια, άγνωστος παντελώς στο ελληνικό κοινό, μάλλον ήταν από τους τύπους που γυρνούσαν την Αμερική με ένα μικρόφωνο για να μεταδώσουν «θετική ενέργεια» με το αζημίωτο. Κάτι τέτοια τα βλέπουμε σε ταινίες. Έτσι δείχνει η βιογραφία του. Δηλαδή δεν είναι (ήταν) να τον εμπιστεύεσαι.

Οπότε και μ’ αυτό δεν βγαίνει άκρη. Οι «διάσημες φράσεις» είναι σαν τις παροιμίες, ξεκάρφωτες δεν λένε τίποτα, ενταγμένες όμως στην κουβέντα μπορούν να αντικαταστήσουν δέκα επιχειρήματα. Και πράγματι, τσιτάτα ουρανοκατέβατα κανείς δεν χρησιμοποιεί πάνω στην κουβέντα. Αυτά τα συναντάμε κατά κόρον στο διαδίκτυο, υπό την μορφή «συμπυκνωμένης σοφίας» και τρέχα γύρευε τι ήθελε πραγματικά να πει τόσο ο κάτοχος της φράσης όσο και ο χρήστης.