Στο Λασίθι

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Ασκεί μια περίεργη γοητεία επάνω μου, το Οροπέδιο του Λασιθίου. Το DNA θα μου πείτε. Πιθανόν. Πάντως όποτε βρεθώ εκεί πάνω, δεν ξεκολλάνε από το μυαλό μου ο γάιδαρος της Ελευθερίας ο «Μουσολίνι» που έκανε πάντοτε στάση μπροστά στο σπίτι μας, προκειμένου να καβαλικέψουμε με τον αδερφό μου ο ένας στο σαμάρι κι ο άλλος στα καπούλια και να πάμε στον κήπο μας στο Σταυρί ή στον αγαπημένο μου Μεγάλο Ποταμό να κόψουμε τα αυλάκια.

Είχαμε ακόμα την Ψαρή και το άγριο μουλάρι του Μπάρμπα – Γιάννη αλλά ο «Μουσολίνι» ήταν ο αγαπημένος μας. Στους κήπους γεμίζαμε λάσπες κι αυτό ήταν η χαρά μας. Πλενόμαστε μετά στο γάργαρο νερό της κουτσουνάρας του Μύλου, πίναμε κιόλας κι ύστερα ξαμολιόμαστε για να κυνηγήσουμε με τα λάστιχα – τις σφεντόνες που λέτε εσείς – Λαδεράκια και Ατσελέγους χωρίς καμιά και ποτέ επιτυχία, γιατί τι μας έφταιγαν τα άμοιρα τα πουλάκια;

Εκεί όμως που εγώ είχα διαπρέψει πραγματικά ήταν στο να φτιάχνω φουρνάκια με βόλους από χώμα, λάσπη, κι αν έβρισκα και κανένα τσέρκουλο να το κάνω πόρτα, ποιός τη χάρη μου! Έπαιρνα μετά το σκαπέτι για να βγάλω τέσσερις – πέντε πατάτες, να τις πλύνω καλά καλά, να τις κόψω και να τις χαράξω και να απλώσω πάνω τους ντοματούλα και μπόλικο αλάτι. Στο μεταξύ ο φούρνος έκαιγε με τα ξερόκλαδα που είχα μαζώξει ενώ αντί για κάρβουνα χρησιμοποιούσα τις βουτσές που έβρισκες πάμπολλες και ξεραμένες στους κήπους.

Έβαζα μέσα τις πατάτες, έκλεινα με μια πλάκα την πόρτα και μπόλικη λάσπη και περίμενα ξαναμμένος από τη φωτιά και την ανυπομονησία να ξεροψηθούν οι πατάτες, το πιο «γκουρμέ» φαγητό από όσα έχετε δοκιμάσει.

Πάντως πέρισυ το καλοκαίρι που επέδραμα στον κάμπο δεν είδα ούτε ένα φουρνάκι στους κήπους.

Τι κρίμα! Τους κατάπιε κι αυτούς η «πρόοδος».