Στο γραφείο του

Μιχάλης Παπαχατζάκης
Μιχάλης Παπαχατζάκης

Τη βδομάδα που πέρασε πήγα στο γραφείο του Κώστα Γραμματικάκη μαζί τον Οδυσσέα ώστε να γνωρίσω τους υπολοίπους. Να με συστήσει, ουσιαστικά. Πάντα έμπαινα από την είσοδο επί της Χάνδακος. Τώρα πήγα από πίσω. Ανέβηκα τα σκαλιά, άνοιξε η σιδερένια πόρτα και βρέθηκα ξαφνικά σε κάτι που έμοιαζε με γραφεία συνομωτικής οργάνωσης. Δυο τύποι κοντά στην ηλικία μου καθόταν ο ένας σε ένα γραφείο και ο άλλος απέναντί του σε μια καρέκλα, με δυο υπολογιστές μπροστά τους, και καπνίζανε. Άλλος ένας, στο άθροισμα της ηλικίας των δυο, είχε βουλιάξει σε μια πολυθρόνα και κάπνιζε επίσης. Έκατσα λοιπόν σε μια καρέκλα στην άκρη, έβγαλα και εγώ ένα τσιγάρο και κάπνισα. Ο Οδυσσέας έχασε λίγο χρόνο μέχρι να στρίψει το τσιγάρο του. Μετά ξεκίνησε κι αυτός να καπνίζει. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Και το παράθυρο, πιστεύω σκόπιμα, ήταν κλειστό γιατί έτσι γουστάρανε.

Μα, έχω την αίσθηση ότι το ίδιο ήταν πάντα, και όταν έμπαινα από την κεντρική είσοδο. Τότε με συνόδευε ο Αριστοτέλης με τον οποίον είχα την σπάνια ευχαρίστηση να φάμε μαζί, δύο πρόσωπα, έναν μπάτσο. Για οικονομία. Από τη δασκάλα στην Στ’ δημοτικού, όταν αυτός, και όχι εγώ, αντέγραψε από μένα στην ορθογραφία. Τον τσάκωσε επ’ αυτοφόρω και δυστυχώς τα κεφάλια μας ήταν πολύ κοντά εκείνη την ώρα. Εκείνες τις μέρες λοιπόν πρωτοδιάβηκα τα σκαλιά της Χάνδακος και πήγα στον κ.Κώστα μια ημιτελή ιστορία καραγκιόζη που είχα γράψει στο μάθημα της έκθεσης για να την δημοσιεύσει. Χωρίς αυτός να την διαβάσει, έβγαλε από την τσέπη του ένα χιλιάρικο και μου το πέταξε στο γραφείο. «Μην τα φας σε τσιγάρα, μη με ψάχνει ο πατέρας σου». Ένα χιλιάρικο το 1988! Ήταν τα πρώτα λεφτά που έβγαλα από ξένο άνθρωπο. Φυσικά δεν τα έφαγα σε τσιγάρα, παιδί έκτης δημοτικού. Η έκθεση δεν δημοσιεύτηκε. Μάλλον του άρεσε η ιδέα ότι κάποιος γράφει ιστορία του καραγκιόζη. Σκέφτομαι κάποια στιγμή να την τελειώσω, μια και έτυχε και την κρατώ ακόμα. Ο Καραγκιόζης γιατρός.

Σε κύκλο λοιπόν οι πέντε μας, με τα βιβλία, τις φωτογραφίες και την κάπνα πίσω, γύρω και από πάνω μας αντίστοιχα,σε έναν κύκλο κοντά ο ένας στον άλλον, αξύριστοι κι αχτένιστοι κουβεντιάζαμε χαλαρά. Με ένα κουλούκι ανάμεσα στα πόδια μας να ψάχνει χάδια. Εγώ κυρίως απολάμβανα το σκηνικό. Αν τώρα κάποιος έβαζε πρωϊνιάτικο κι ένα ουισκάκι να πιεί, δεν θα παραξενευόμουν.