Στον κάμπο

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Φαντάζομαι ότι σας έχω μπουχτήσει πια να σας γράφω για τη Θάλασσα, τη Μεγάλη Κυρά. Ας αλλάξομε λοιπόν πατήματα σήμερα, ας μην περπατήσομε σε μπονάτσες και κύματα κι ας πάμε για λίγο στο κάμπο του οροπεδίου Λασιθίου. Εκεί που μόλις πατήσω, μνήμες από ωραίες στιγμές με πλημμυρίζουν, τα γόνατά μου είναι πάντοτε σπασμένα και τα χέρια μου μαυρισμένα από τα φρέσκα καρύδια που ανοίγω με το τσακάκι μου.

Βεβαίως το λάστιχο -η σφεντόνα, όπως τη λέτε- είναι πάντα στην κωλότσεπη και πέτρες στρογγυλές για βλήματα στην αριστερή μου τσέπη. Μ’ αυτήν έβαζα στο στόχαστρο τα καρύδια που ήταν ψηλά-ψηλά στην καρυδιά μας στο Σταυρί κι ανάθεμά το, ούτε μια βολή δεν έχανα.

Τώρα βέβαια αν ξεντώσω κανένα λάστιχο, φοβάμαι ότι η πέτρα θα μου’ ρθει στα χέρια κι εγώ θ’ αρχίσω να βρίζω την ατζαμοσύνη μου.

Περπατώ λοιπόν και ψάχνω για πεσμένα ξυνόμηλα μια κι οι χωριανοί δεν τα μαζεύουν παρά μόνο για τους χοίρους τους κι εμένα.

Είμαι πανευτυχής αν γευτώ ένα δυο, αν νιώσω αυτήν την υπέροχη ελαφριά, όξυνη και ζουμερή γεύση τους.

Συνεχίζω τον περίπατο μέχρι να βρω έναν ανεμόμυλο -απ’ αυτούς που φτιάχνει ο Χατζάκης- να πάω στην κουτσουνάρα και να πιω νερό κάνοντας την φούχτα  μου ποτήρι και πίνοντας μέχρι να φουσκώσει η κοιλιά μου.

Όπως και να το κάνομε θα βρω κανένα φουρνάκι να ψήσω τις πατάτες που κρατώ και να τις φάω λιχούδικα, πανευτυχής καθισμένος στον ασκιανό μια μηλιάς.

Όταν γυρίζω στο αυτοκίνητο αισθάνομαι ότι είμαι μεταξύ έξι και εβδομήντα χρονών! Τι άλλο θα μπορούσα να ονειρευτώ; Σας βεβαιώνω ότι τίποτα!