Στα χιόνια

Διότι έχω βαρυστομαχιάσει πια από την ανοησία και δεν χωράει άλλη

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Επειδή σας έχω ποτίσει τη θάλασσα με το κουταλάκι του γλυκού, λέω σήμερα να σας ανεβάσω στα ψηλά μας τα βουνά και να πάρετε μιαν αίσθηση κι από αυτά. Εξηγιέμαι τώρα απαρχής ότι δεν θα γράψω για όσους στριμώχνονται ή συμπυκνώνονται στην Αράχωβα για παράδειγμα, με μόνο αντικείμενο της επαφής τους με τη φύση το να φορτώσουν τα πέδιλα του σκι απάνω στο αυτοκίνητο και να τραβήξουν προς τον ωραίο τόπο, αφού κάνουν κάθε πιθανή διαδρομή στην Αθήνα για να τους δουν οι προλετάριοι. Όχι, αυτοί δεν με ενδιαφέρουν. Έχω βαρυστομαχιάσει πια από την ανοησία και δεν χωράει άλλη.

Με ενδιαφέρουν όμως αυτοί που με ένα σακίδιο στην πλάτη όπου νερό, ρακή και κανένα κομμάτι τυρί αναπαύονται, σηκώνουν το βλέμμα προς το Κουδούνι ή τον Ψηλορείτη κι αρχίζουν να πεζοπορούν καμιά φορά χωμένοι στα χιόνια, καμιά φορά κουτρουβαλώντας.

Αυτοί δηλαδή που πραγματικά αγαπούν τα βουνά, που γίνονται ένα με τη φύση, που ο παγωμένος αέρας δεν τους μαργώνει αλλά τον εισπνέουν με πλήρη απόλαυση.

Με ενδιαφέρει ακόμη να θυμηθώ τα κυνήγια που κάναμε με τον Ψαρονίκο στις ακροχιονιές, μέχρι που αυτός να βρει έναν πρίνο χωρίς χιόνια και να την αράξει εκεί για να κοιμηθεί καμιά ώρα κι εγώ κανένα κοπάδι πέρδικες να τις πάρω τις κακομοίρες από πίσω. Με ενδιαφέρει να θυμηθώ και τη συνήθη κατάληξη της πεζοπορίας – ορειβασίας μας. Να κατεβούμε στο χοιροστάσιο του Σέργιου και να φάμε καυτή σούπα από ξυνόχοντρο για να ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας.

Αυτή είναι η διαφορά, φίλοι, που διατηρώ σαν κόρη οφθαλμού από τους επιδειξιομανείς ανόητους, που τρέχουν στα χιονοδρομικά κέντρα όχι για να απολαύσουν το σκι, αλλά “για να τους δουν”.

Γνωρίζω την αντίδραση σας: μυαλό δεν έχεις. Σύμφωνοι! Κι ελπίζω να αποθάνω έτσι “άμυαλος”.