Σκαλαθύρματα 26/03/18

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

  • Τρία χρυσά πανευρωπαϊκά βραβεία πήρε ο Δήμος Ηρακλείου! Μπράβο σας ρε παιδιά. Είναι αυτό μια καλή απάντηση σ’ εμάς, τους γκρινιάρηδες συμπολίτες σας.
  • Επήγε, λέει, κάποτε ένας Κρητικός, νέος και λεβέντης, σ’ ένα χωριό και κατέληξε για να κοιμηθεί στο σπίτι ενός ηλικιωμένου κουμπάρου του, που είχε παντρευτεί, με τη μεγάλη του περιουσία, την πιο όμορφη του χωριού. Μια κοπελιά σκέτο πατασμό. Ξεστραβώθηκε αυτός να την ξανοίγει και αυτή έκανε όλα όσα χρειάζονται για να του πει, προχώρα. Του στρώσανε μετά να κοιμηθεί στο καλό δωμάτιο, αλλά πού να τον πάρει ο ύπνος, που σκεφτόταν την κουμπαρούλα του. Άλλωστε σχεδόν όλο το βράδυ κάτι ρουφηχτά φιλιά ακουγόταν  και του ‘κανε εντύπωση πως ο γερο-κουμπάρος του είχε τόσες αντοχές. Τέλος πάντων, ξυπνήσαν το πρωί κι ο γέροντας γύρισε και είπε μισοθυμωμένος στη γυναίκα του: Ρε γυναίκα, δε σου ‘πα να μην ξαναβράσεις λιανούς χοχλιούς; Όλη νύχτα τσι ρουφούσα κι αυτοί δεν εβγαίνανε για τσι φάω.
  • Η Σοφία η νταρντάνα πήγε ένα πρωϊνό στην εκκλησία κι ήταν η πρώτη της φορά.  Βρήκε κι ένα κάθισμα κι έκατσε, μέχρι που ο ιερέας βγήκε με το Ευαγγέλιο κι άρχισε να ψάλλει.. Σοφία ορθοί ακούσατε… Ντούρος η Σοφία! Την ξάνοιξε καλά καλά ο ιερέας, αλλά είχε σηκωθεί και όλο το εκκλησίασμα και δεν έβγαλε μιλιά. Έκατσε το εκκλησίασμα οπότε ο παπάς εκνευρισμένος ξαναψάλλει, Σοφία ορθοί ακούσατε… Ξανά ντούρος η Σοφία, η οποία εξανέστη. -Μα ίντα με θες παπά και κάθε τρεις και λίγο μου φωνιάζεις; -Σςςςςςς, ψιθυρίζει ένας εκκλησιαζόμενος και η Σοφία εξοργισμένη: -Μα δεν ακούς; Όλοι επαέ είναι καθισμένοι και μ’ εμένα τα ‘βαλε ο παπάς.
  • Παρά το νοτιά δε σταμάτησα φυσικά να γητεύομαι από τη θάλασσα. Κάθε τρεις και λίγο πάω ασθμαίνοντας μέχρι εκεί για να πάρω ανάσα και κουράγιο. Θα μου πείτε: -Κουζουλός είσαι μωρέ; Αυτό ποτέ μου δεν το αρνήθηκα.
  • Ρε σεις, γυρίσατε μπροστά τα ρολόγια σας; Αν ναι, θυμίστε μου να το γυρίσω κι εγώ.