Σαργός και δελφίνι

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Κάποτε ψάρευα με και από το καΐκι μου. Ήταν καλοκαίρι, αλλά είχε σηκωθεί ένας κουφονοτιάς που με ανάγκασε να πάω να χωθώ στη βορεινή πλευρά της Ντίας, της πιο άγριας αλλά και πιο γοητευτικής πλευράς του μικρού νησιού.

Προσέξατε ότι δεν γράφω για βραχονησίδα, για να μην την βάλουν κι αυτήν οι Τούρκοι στις γκρίζες ζώνες και τους πάρει ο διάολος τον πατέρα, για να ησυχάσομε μια και καλή.

Πεινούσα, πατάτες είχα, λεμόνια είχα και χορταρικά μπόλικα, έτσι αποφάσισα να το ρίξω στις μπουκανάρες, να κάνω μια κακαβιά, να λαδώσει λιγάκι τ’ αντερό μου και να ξεκουραστώ από τα παραγάδια που μάζευα όλη νύχτα.

Είχα πιάσει φαίνεται πέντε έξι όταν η ψηλή μου καθετή στριντζώθηκε άγρια και με το ζόρι και μόνο επειδή ήταν ανάβαθα, κατάφερα να ανεβάσω στο καΐκι έναν τεράστιο σαργό φαφούτη!

Χοροπήδησα λιγάκι σαν Ινδιάνος Απάτσι από τη χαρά μου κι ύστερα πολύ προσεκτικά τον καθάρισα και τον έβαλα στην τηγάνα με μπόλικο θαλασσινό αλάτι για ένα γεύμα, που ούτε στο όνειρό μου δεν είχα δει.

Τότε ήταν που άκουσα μια φωνή να με κράζει:
-Τι κάνεις μωρέ εκεί;

Γύρισα και είδα έναν δέλφινα, παλιό μου φίλο, που ‘χε βγάλει την κεφάλα του έξω από το νερό και με ρωτούσε. Σκιάχτηκα.

-Να, κρομύδια τσιγαρίζω. Να τα φάω με ψωμί να μου κοπεί λιγάκι η πείνα. Θες μπουκανάρες;
-Ναι, θέλω. Δώσε τις και κάνε εσύ τη δουλειά σου.

Τάισα το φίλο μου με όσες μπουκανάρες είχα πιάσει και ο σαργός εν τω μεταξύ είχε καλοψηθεί. Ο δέλφινας έκανε μια βουτιά για να δροσιστεί, απομακρύνθηκε λίγο και την ώρα που έβαζα την πρώτη βουκιά στο στόμα από το θείο έδεσμα, ξαναήρθε.

-Γιάντα μωρέ λες ψώματα;
Με ρώτησε.
-Ε, να, ντράπηκα να σου πω πως είχα πιάσει ένα μεγάλο σαργό και ετοιμαζόμουν να τον φάω.
-Την κουζουλή σου κεφαλή ροβύθια θα τη σπείρω, να βάλω το βολόσυρο να τηνε βολοσύρω.
Μου είπε και γέλασε κακαριστά.
-Άντε, θα σε δω στον κατεβασμό.
-Ο νότος έπεσε. Λάλιε λοιπόν πρωτού προβεντάρει ο καιρός, και σ΄αλλάξει τον αδόξαστο.

Αντίο σας.