Ρέα Γαλανάκη: «Ό,τι είναι παλιό και βαθύ θα συνεχιστεί»

Παρουσιάζεται απόψε στο Ηράκλειο το νέο της βιβλίο «Δύο γυναίκες, δύο θεές»

Σώτια Πεντεδήμου
Σώτια Πεντεδήμου

Συνάντησα τη Ρέα Γαλανάκη, ένα εικοσιτετράωρο μετά την παρουσίαση στα Χανιά του νέου της βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, και ένα πριν την αντίστοιχη εκδήλωση στο Ηράκλειο, η οποία θα πραγματοποιηθεί απόψε στις 20:00 στο Πολύκεντρο Νεολαίας. Όπως μου είπε «ευχαριστήθηκα πολύ την εκδήλωση στα Χανιά, με τίμησαν και δεν το περίμενα». Την ίδια έκπληξη δοκιμάζει από την ανταπόκριση του κόσμου στο νέο της βιβλίο υπό τον τίτλο «Δύο γυναίκες, δύο θέες». «Ο κόσμος συγκινείται. Εισπράττω μια μεγάλη αγάπη από τον κόσμο, δεν μπορώ να το δικαιολογήσω. Δεν έχω δει τέτοια αποδοχή σε άλλο μου βιβλίο, απ όλους, απ όλα τα έντυπα μέσα, απ όλους τους κριτικούς».

Πόσο αλήθεια μπορεί να προβλέψει ένας συγγραφέας την επιτυχία ενός βιβλίου του; «Δεν μπορείς να ξέρεις τι αποδοχή θα έχει ένα βιβλίο, είναι θέμα συγκυρίας, και δεν είσαι ποτέ σίγουρος. Γι αυτό και το βιβλίο πρέπει να εκφράζει τον συγγραφέα και να μην νοιάζεται για το αν θα έχει αποδοχή ή όχι. Να σταματά το βιβλίο στο ότι: εγώ έκανα αυτό που ήθελα όσο μπορούσα καλύτερα». Διαβάζει όμως τις κριτικές, τις παρακολουθεί και τις αρχειοθετεί από τότε που ξεκίνησε να δημοσιεύει.

Περνάμε στο βιβλίο. «Αυτό το βιβλίο αποτελείται από δυο νουβέλες. Η πρώτη νουβέλα, με αφορμή ένα μικρό πήλινο άγαλμα του Χαλεπά, επικεντρώνεται στην ζωή αυτού του μεγάλου και άγνωστου στους πολλούς γλύπτη που είχε μια εξαιρετικά μαρτυρική ζωή. Κ η δεύτερη νουβέλα αφορά τον Μύθο της Αριάδνης που προτείνει όμως μια άλλη ερμηνεία του. Το πρώτο λοιπόν αναφέρεται σε ένα ιστορικό πρόσωπο το δεύτερο σε μια μυθική πριγκίπισσα που ήταν ταυτόχρονα και ιέρεια και θεά».

Ποιες είναι όμως οι δύο γυναίκες και οι δύο θεές; «Εγώ έχω στο μυαλό μου ποιες είναι. Το πολύ ενδιαφέρον, που το εισπράττω σε όσες παρουσιάσεις έχω κάνει μέχρι σήμερα, είναι ότι αυτό παρακινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη ο οποίος προκαλείται να βρει τις συσχετίσεις. Για μένα είναι δυο φυσιογνωμίες, μια ιστορική που σχετίζεται με την τέχνη και είναι ο πιο σημαντικός γλύπτης της Ελλάδας. Και μια θεά, με την οποία στην ουσία  λήγει ο μινωικός πολιτισμός. Κ οι δύο αυτοί κάποια στιγμή στηριγμένοι ο καθένας αλλού μπορούν να βγουν από τον δικό τους λαβύρινθο. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό για εμένα. Ας πούμε ότι είναι ένα τέχνασμα. Δυο διαφορετικά πράγματα ενωμένα κάτω από ένα τίτλο και ο αναγνώστης καλείται να βρει  τις συγγένειες ή τις αποστάσεις».

Η πρώτη νουβέλα, με αφορμή ένα μικρό πήλινο άγαλμα του Χαλεπά, επικεντρώνεται στην ζωή αυτού του μεγάλου και άγνωστου στους πολλούς γλύπτη που είχε μια εξαιρετικά μαρτυρική ζωή. Κ η δεύτερη νουβέλα αφορά τον Μύθο της Αριάδνης, που προτείνει όμως μια άλλη ερμηνεία του. 

Η πρώτη νουβέλα λοιπόν «είναι για τον Γιαννούλη Χαλεπά. Πάρα πολλοί τον γνωρίζουν, γιατί όλοι γνωρίζουν την Κοιμωμένη. Αν ξέρουν έναν γλύπτη της Ελλάδας ξέρουν τον Χαλεπά, ο οποίος είχε μια ζωή χωρισμένη σε διαφορετικές τραγικές περιόδους. Εκτός από την πρώτη της νεότητας, της δημιουργίας με το μάρμαρο, μετά αρρώστησε καθώς έπασχε από σχιζοφρένεια και πέρασε πολλά χρόνια στο φρενοκομείο της Κέρκυρας ξεχασμένος από τους πάντες. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, επιστρέφει στην Τήνο, και ακολούθησε η πιο ευτυχισμένη  φάση της ζωής του, που είχε πια αναγνωριστεί για δεύτερη φορά σαν γλύπτης, επέστρεψε στην Αθήνα και όλοι τον τιμούσαν και τον εκτιμούσαν».

«Με ενδιαφέρει πως ο Χαλεπάς από το σκοτάδι του φρενοκομείου, ζώντας στην την Τήνο σε έσχατη πενία, δουλεύοντας ως βοσκός και κάνοντας θελήματα μαζεύοντας γόπες από τον δρόμο, μπόρεσε να μην χάσει τη σχέση  του με την γλυπτική. Πως μπόρεσε δηλαδή να συνεχίσει να είναι γλύπτης με άλλα υλικά και με άλλη αισθητική αντίληψη και μέσα από όλα αυτά να σώσει τον εαυτό του. Δεν θέλω μέσα από το βιβλίο μου να προτείνω ερμηνείες ολοκληρωμένες. Ερμηνευτικά σχήματα θέλω να προτείνω, γιατί ο Χαλεπάς δεν πιάνεται απολύτως, δεν μπορείς να πεις, ότι τον ξέρω και τον ερμήνευσα. Είναι ένα μυστήριο, ένα αίνιγμα στην ιστορία της ελληνικής τέχνης».

Στη δεύτερη νουβέλα εξιστορείται το ερωτικό πάθος της Αριάδνης για τον Θησέα. «Τον μύθο της Αριάδνης τον γνωρίζουμε όπως μας παραδόθηκε από τους μεταγενέστερους  Έλληνες. Εγώ δεν δέχομαι την ερμηνεία των Αρχαίων Ελλήνων, δηλαδή την ερμηνεία του Θησέα. Γιατί ο Θησέας ανήκει στον ελληνικό πολιτισμό. Και αυτός ο πολιτισμός ερμήνευσε ένα ερωτικό  πάθος με τον δικό του τρόπο, παραβλέποντας τα πολιτισμικά στοιχεία  που έδιναν μια άλλη  διάσταση και άλλο κύρος στην Αριάδνη. Ο Θησέας μας μίλησε για τη σχέση του με την Αριάδνη, κάτι που προσπαθώ να αντιστρέψω. Να αντιστρέψω δηλαδή αυτή την κοπελίτσα που κάθεται μετά από ένα βράδυ έρωτα, εγκαταλειμμένη και απαρηγόρητη σε ένα νησάκι και κλαίει. Προσπαθώ να δώσω μια άλλη εικόνα αυτής της πολύ δυναμικής γυναίκας, που είναι πριγκίπισσα, ιέρεια και θεά». Είναι μια εικόνα αυτή της Αριάδνης που ο κόσμος αγκαλιάζει; «Ο κόσμος την λατρεύει».

«Το Ηράκλειο είναι μια αντιφατική πόλη. Εδώ έχω συναντήσει τους καλύτερους και τους χειρότερους ανθρώπους. Είναι μια πόλη που εξελίσσεται και αλλάζει. Σημασία όμως έχει να αλλάξουν οι άνθρωποι προς το καλύτερο».

Έχει να έρθει στο Ηράκλειο δύο χρόνια, με εξαίρεση ένα βράδυ που ήρθε για την κηδεία του Φώτη Καφάτου. «Έρχομαι πολύ λιγότερο από τότε που πέθανε η μητέρα μου και μια θεία που υπεραγαπούσα και η οποία με μεγάλωσε» εξομολογείται. Διατηρεί επαφές; «Υπάρχουν δυο λογιών επαφές, οι πραγματικές και οι συμβολικές. Οι πραγματικές υπάρχουν αλλά λιγοστεύουν, μειώνονται.  Οι συμβολικές είναι αυτό που λέμε μνήμη, αγάπη, νοσταλγία. Και για έναν συγγραφέα αυτές είναι πιο ισχυρές. Τις δουλεύει και τις βγάζει στα βιβλία του. Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο μου που να μην αναφέρεται η Κρήτη έστω σε δύο γραμμές».

Και η εικόνα της για το Ηράκλειο και τους ανθρώπους του; «Το Ηράκλειο είναι μια αντιφατική πόλη. Εδώ έχω συναντήσει τους καλύτερους και τους χειρότερους ανθρώπους. Είναι μια πόλη που εξελίσσεται και αλλάζει. Σημασία όμως έχει να αλλάξουν οι άνθρωποι προς το καλύτερο».

Μιλώντας για μνήμες, την ρωτώ ποια είναι η δική της, πιο ισχυρή. «Η κηδεία του Νίκου Καζαντζάκη καθόρισε τα παιδικά μου χρόνια. Ήμουν 10 χρονών , είχα αρχίσει λίγα να καταλαβαίνω, δεν είχα διαβάσει ακόμα βέβαια τα βιβλία του, αλλά το κλίμα μέσα στην πόλη θα μου μείνει αξέχαστο». Και η σχέση της με τον Νίκο Καζαντζάκη πέρασε από πολλά κύματα. «Με τη βοήθεια και των καθηγητών μου τον διάβασα πάρα πολύ. Τον απέρριψα και τον ξαναβρήκα. Συνετέλεσα πολύ στην επάνοδο του Ν. Καζαντζάκη τα τελευταία 10 χρόνια. Με άλλους συγγραφείς συμβάλλαμε ώστε να ξαναμπεί στα σπίτια. Και γι αυτό έπρεπε να δώσεις μάχη, και δεν εννοώ την Κρήτη, που είναι ιερός ο Καζαντζάκης, εννοώ για την υπόλοιπη Ελλάδα. Χτυπήθηκε όσο κανείς άλλος Έλληνας πεζογράφος και από πάρα πολλές πλευρές. Πλέον δεν υπάρχει αυτή η ειρωνεία και το μίσος που υπήρχε μέχρι πριν από λίγα χρόνια».

Διαβάζουμε οι Έλληνες; «Διαβάζουμε λιγότερο απ ότι θα έπρεπε αλλά διαβάζουμε». Τα τελευταία τέσσερα χρόνια διδάσκει στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής στον Ιανό και απορεί με το πόσο πολύ διαβάζουν και αγαπούν οι άνθρωποι την λογοτεχνία. «Η λογοτεχνική γραφή είναι μια παλιά τέχνη που αφορά βαθύτατα τον άνθρωπο. Δεν θα σταματήσει να υπάρχει και να διαβάζεται με τη μορφή του βιβλίου. Ό,τι είναι παλιό και βαθύ για εμάς θα συνεχιστεί».