Πλουτή

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Την μέρα της Λαμπρής πήγαμε με τη σύζυγό μου στην Πλουτή, το χωριουδάκι του φίλου μου του Φανούρη. Είχα καιρό να γλυτώσω από το μπετόν κι έτσι είχα κολλήσει τη μούρη μου στο τζάμι κι αποθαύμαζα την ομορφιά της ανοιξιάτικης Κρήτης. Μετά την Αγία Βαρβάρα, πήραμε έναν κατσικόδρομο, που μας συνεπήρε από την πρώτη στιγμή με την ομορφιά του, την ομορφιά της παλιάς Κρήτης. Περάσαμε από ένα εκπληκτικό εγκαταλελειμμένο, βενετσιάνικο χωριό και φτάσαμε αμίλητοι στις αρχές του κάμπου της Μεσσαράς. Πώς να την αντέξεις τόση ομορφιά; Το μόνο κακό ήταν ότι όσες αγκιναριές και να βρήκαμε, ήταν όλες τους τρυγημένες, μια και η αγκινάρα θεωρείται ο υπέρτατος μεζές για τις σαρακοστιανές ρακές.

Στην Πλουτή, όπου και το περίφημο «Στέκι του χοχλιού», φτάσαμε και ζητήσαμε να πιούμε εκεί καφέ. Γαλήνη πλήρης και ένα δυο χωριανοί που έπιναν κι αυτοί καφεδάκι μας καλοδέχτηκαν με λαμπριάτικες ευχές.

Τράβηξα ένα δυο ρουφιές απ’ τον καφέ μου και αμολύθηκα στους αγρούς, όχι για να μαζέψω αγκινάρες, όσο για να πατήσω χώμα και να ψαρέψω αναμνήσεις από το παρόν.

Είχα πολύ καιρό να περπατήσω στα χώματα κι έτσι δεν μου ‘κανε καρδιά να γυρίσω πίσω. Βρήκα κι αγκινάρες σ’ έναν κηπάκο που έχει η οικογένεια του Φανούρη και παρ’ όλο που χάθηκε η μισή μου χαρά επειδή δεν τις έκλεβα, ήταν νοστιμότατες, δροσερότατες κι όλα τα θετικά εις -ότατες.

Προχωρημένο το μεσημέρι, όταν πήγαμε να φάμε στο «Στέκι του χοχλιού» και να δοκιμάσομε για πρώτη φορά ένα καταπληκτικό κοκορέτσι, ψημένο στον φούρνο!

Όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να γυρίσομε, φαντάζομαι ότι τα ελαστικά του θα πήγαν ένα-δυο πόντους πιο κάτω, μια και όλοι είχαμε φροντίσει να αποζημιώσομε τα στομάχια μας, μετά από την νηστεία των πενήντα ημερών.

Ο Θεός να σας έχει καλά, Φανούρη και Εύα και παιδάκια, για τις απολαύσεις που απλόχερα μας χαρίσατε.