Περί ονομάτων, κολοκυθόπιτα

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Η γλώσσα μας η μητρική μας καθορίζει. Η γλώσσα που μιλάμε και καταλαβαίνουμε. Η γλώσσα μας είναι η πατρίδα μας. Τα ονόματα που υιοθετούμε και χρησιμοποιούμε προσδιορίζουν άμεσα ή έμμεσα και εμάς τους ίδιους μέσα από τα συμφραζόμενα τους, τα συμπαρομαρτούντα τους, ιδίως τα ιστορικά και κοινωνικά, το συγκεκριμένο πλαίσιο κάθε εποχής. Είναι πολλές οι πληροφορίες που αντλούμε από την επιμονή σε ονόματα και την επιλογή του καθενός και της καθεμίας. Εξηγούμαι αμέσως, για να συνδέσω τα γραφόμενά μου με την σύγχρονή μας, την ηρακλειώτική πραγματικότητα, για να μην ειπωθεί το “τί θέλει να πει ο ποιητής;” σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα:

Πολύς λόγος γίνεται σε συζητήσεις με φίλους και γνωστούς για το πώς πρέπει παραδείγματος χάριν να ονομάζουμε τα μνημεία μας. Το Θαλάσσιο Φρούριο, άλλοι το προτιμάνε “Κούλες”, άλλοι “Ρόκα α Μάρε” (Rocca a Mare). Ο ίδιος το έχω συνηθίσει από την ντοπιολαλιά ως “Κούλες”. Μάλιστα συγκινούμαι όταν διαβάζω στο “Άξιον Εστί” του Ελύτη, στο τμήμα “Γένεσις”, να γράφει ο ηρακλειωτογεννημένος ποιητής “και αγέρωχος ο Μέγας Κούλες”. Μέγας διότι απέναντι στο βενετικό οχυρό οι Τούρκοι έφτιαξαν και ένα μικρότερο, εξού και Μικρός και Μεγάλος Κούλες. Ναι, οι οθωμανοί έφτιαχναν και πράγματα, δεν χαλούσαν μόνο. Επίσης, αν είναι να ονομάζουμε τα πάντα με την πρώτη τους ονομασία, την πόλη έπρεπε να την λέμε “Ραμπν αλ Χαντάκ”. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, τον ιστό της πόλης τον έφτιαξαν όπως είναι σήμερα οι Άραβες. Την Χανιώπορτα έπρεπε να την λέμε Panigra/Omnipotens, την 25ης Αυγούστου Ruga Maistra, την Καλοκαιρινού Larga Strada και τα Λιοντάρια/κρήνη Μοροζίνι Gigante. Ο Μοροζίνι δεν έδωσε ποτέ το όνομά του στην κρήνη που έφτιαξε για να την λέμε έτσι. Ή όλα ή τίποτα!

Φυσικά υπερβάλλω επίτηδες για να δείξω ότι υπάρχουν πολλές εκδοχές μιας άποψης και πολλές προεκτάσεις τους. Όπως έγραψε όμως και ο Στέργιος Σπανάκης στο ωραίο βιβλίο με τις ομιλίες του για το Ηράκλειο με τίτλο “Το Ηράκλειο στο πέρασμα των αιώνων” (Βικελαία, Ηράκλειο 1990), κάποια ονόματα έχουν ιστορία συγκεκριμένη. Δεν μπορείς να τα αγνοείς. Όταν οι Βενετοί αιφνιδίασαν τους Τούρκους στον σημερινό Προφήτη Ηλία, στο φρούριο που έφτιαξε ο Νικηφόρος Φωκάς αφού κατέλαβε τον Χάνδακα το 961, το Τέμενος, και σκότωσαν πολλούς από αυτούς, οι Τούρκοι ονόμασαν το μέρος “Κανλί Καστέλι”, “Ματωμένο Κάστρο”. Λέει, περίπου, ο λασιθιώτικης καταγωγής ιστοριοδίφης “μόνο οι Τούρκοι θα άλλαζαν το όνομα για να μην τους θυμίζει την καταστροφή τους!”. Υπήρχαν και άλλοι υπερβολικοί εκτός από εμένα. Ωραία, να καταργήσουμε το “Κούλες”, το “Γεντί Κουλέ”; Με την ίδια λογική πρέπει να φύγει. Ας μείνει, έχει ταυτιστεί με μια ιστορική ομάδα της πόλης, είναι αγαπημένη τούρκικη ονομασία. Έχει γίνει σύνθημα, τραγουδιέται, γιατί όχι. Το “Κούλες” που έχει περάσει πανελληνίως σε όλη του την μεγαλοσύνη μέσω του Ελύτη να φύγει; Ας το σκεφτούμε.

Η επιλογή αυτή φυσικά αντανακλά το τί θέλουμε να είμαστε. Βενετοί ή Τούρκοι; Μπορούμε, βέβαια, να είμαστε και Έλληνες, αλλά μεγαλοπιανόμαστε υποθέτω. Το 1913 που άλλαξε η πόλη και έγινε ελληνική, αποφασίστηκε μέσα σε κλίμα συγκίνησης, υποθέτω, να υιοθετηθεί το πανάρχαιο όνομά της, το “Ηράκλειον”. Ήταν μια λογικότατη επιλογή. Απορώ, ωστόσο, που, αφού αποκαθάρθηκε από κάθε ίχνος της βάρβαρης τούρκικης ονομασίας “Καντιγιέ” (1669-1913), που όμως υπενθύμιζε το “Κάντια” (1204-1669) των Βενετών, το “Χάνδαξ” των βυζαντινών (961-1204) και το “Χαντάκ” (821-961) των Αράβων-ιδιότυπη και ενδιαφέρουσα αυτή η συνειρμική ακολουθία-απορώ, λοιπόν, γιατί δεν ονομάστηκε και με ελληνικό όνομα και το “Κούλες”. Μπορούσαν να τον αποκαλέσουν “Θαλάσσιο Φρούριο”. Απορώ γιατί δεν ονομάστηκε η κρήνη Μοροζίνι “Κρήνη των Λεόντων” ή το “Μαρτινέγκο” με ένα κρητικό επίθετο.

Το 1940, παρεμπιπτόντως, η κρήνη αυτή κινδύνευσε από θερμόαιμους πατριώτες που αποπειράθηκαν να την γκρεμίσουν λόγω της ιταλικής της υπηκοότητας. Την έχουν φτιάξει δύο Ρεθυμνιώτες, οι αδερφοί Φραμπενέτοι, όπως αναφέρει ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής στο έργο του “Φιλονικία Χάνδακα και Ρεθύμνου” που περιμένουμε να εκδοθεί εκ νέου, μετά την πρώτη δημοσίευσή του στην έκδοση του Μπουνιαλή που έκανε ο φωτισμένος κληρικός Αγαθάγγελος Ξηρουχάκης, ώστε να βρούμε περισσότερα στοιχεία.

Ο εθνισμός στα ονόματα δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Υπάρχει ολόκληρη θεωρία γύρω από αυτόν ήδη από τον 18ο αιώνα. Ο Ζακυνθινός λόγιος Δημήτριος Γουζέλης, δημιουργώντας στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, προσπαθεί παραδείγματος χάριν να εκφράσει την αγάπη του στο Έθνος/Γένος των Γραικών και προτείνει να ονομαστούν οι μήνες με τα ονόματα των γεωργικών εργασιών που επιτελούνται σε αυτές και όχι από κάποιους άσχετους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Η άποψή του, που εν μέρει πραγματοποιήθηκε, έχει γούστο και αξίζει να την διαβάσουμε σε μια μεταφορά στα νέα ελληνικά και όχι στην ιδιότυπη καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί ο Γουζέλης ως ένα, τρόπον τινά, πνευματικό τέκνο του Κοραή, από τις ιδέες του οποίου επηρεάστηκε, αν εξετάσουμε καθαρά γλωσσολογικά το έργο του:

Τί έχουμε να κάνουμε με τους κυρίους Ρωμαίους Ιανουάριον, Φεβρουάριον κτλ. Τι έχει να κάνει η ίδια η φύση; […] Δύο ή τρία μόνο ονόματα μηνών έχουμε στη γλώσσα μας ωραία και καλά καθώς εξηγούν την φύση των πραγμάτων και δεν έχουν σχέσεις περίεργες, δηλαδή Θεριστής, Αλωνάρης, Τρυγητής, από το θερίζω, αλωνίζω, τρυγώ και οι κύριοι σπουδαγμένοι των Ελλήνων τα παραβλέπουν και λένε Ιούνιος, Ιούλιος, Σεπτέμβριος, τάχα για να μην μιλάνε σαν βάρβαροι. Όμως τότε μιλάνε περισσότερο σαν βάρβαροι αναμφισβήτητα. Όμως, αυτό προέρχεται από την συνήθεια, που παρασύρει και αυτούς που μπορούσαν να μην αστοχούν. Οι Γάλλοι, στον καιρό της επανάστασής τους, το 1793, έκαναν στους μήνες ωραιότατη μεταρρύθμιση. Τους έκαναν όλους εξίσου τριάντα ημερών, ονομάζονταν τον καθένα από αυτούς με ένα ταιριαστό όνομα που είχε ληφθεί από την φύση”. ( Δημήτριος Γουζέλης, Τὰ κατὰ τοὺς Ἕλληνας, Αίγινα 1933, σελ. 52)

Ο Γουζέλης, όμως, έδρασε σε συνθήκες διαφορετικές, που οι Γραικοί έπρεπε να γίνουν Έλληνες για να φτιάξουν ένα κράτος. Εμείς έχουμε γίνει Έλληνες και αγωνιζόμαστε, φαίνεται, να απαλλαγούμε από την υποχρέωση. Μία λύση άλλη δεν υπάρχει; Εμείς γιατί να μην επιμείνουμε σε ιταλικές ονομασίες που δίνουν το ιστορικό μας πλαίσιο; Δεν είμαστε απόγονοι Βενετών; Είναι μια καλή πρόταση για να φανούμε και πιο αρχοντικοί, ματαιώνοντας την ιστορία τριών αιώνων τούρκικης κυριαρχίας. Το ότι οι Βενετοί έκαψαν, έσφαξαν, αφάνισαν, δεν το θυμόμαστε, μένουμε στο ότι άφησαν ελευθερίες στους Κρητικούς όταν τους χρειάστηκαν, δρώντας ως αρωγοί της ελληνικής παιδείας και υπεύθυνοι για την Κρητική Αναγέννηση, που τόσα ωραία έδωσε, ακόμα και τον Ερωτόκριτο; Προτιμώ, προσωπικά, να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Γουζέλη, αν είναι να κάνουμε αλλαγή ονομάτων, τουλάχιστον ας τα ελληνοποιήσουμε, να καταλαβαινόμαστε κιόλας.

Comments

  1. Oraia ta lete re    

    > Προτιμώ, προσωπικά, να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Γουζέλη, αν είναι να κάνουμε αλλαγή ονομάτων, τουλάχιστον ας τα ελληνοποιήσουμε, να καταλαβαινόμαστε κιόλας.

    Τα πράγματα είναι μάλλον πολύ πιο απλά.
    Ότι δημιουργούμε εμείς, το ονομάζουμε όπως θέλουμε. Ότι διατηρούμε ως έχει, καλό είναι να διατηρήσουμε την ονομασία που του δώσανε οι δημιουργοί του.

    Επι παραδείγματι, το Ηράκλειο καμία σχέση δεν έχει πλέον σε μέγεθος, όψη, πληθυσμό και σκοπό με το Χαντάκ που αναφέρετε. Το Ηράκλειο το χτίσαμε εμείς, το ονομάζουμε όπως θέλουμε. Αν περέμενε κάποιο αρχαίο μέρος απο τις πόλεις που λέτε, ας χρησιμοποιούσαμε το αρχαίο όνομα για εκείνα και μόνο τα μέρη. Όπως το Κούλε. Δεν το χτίσαμε εμείς, το χρησιμοποιούμε για τουριστικούς λόγους, άρα καλό είναι να κρατήσουμε το όνομα που του δώσανε οι δημιουργοί του.

    Απλά πράγματα και χωρίς υπερβολές.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.