Παντέρμη Κρήτη (1963)

Κείμενο του Αριστοτέλη Κ. Γραμματικάκη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μεσόγειο το 1963

Μεσόγειος
Μεσόγειος

ΕΧΕΙ το γούστο της η Κρήτη τις λιγοστές μέρες του χρόνου που αποκτά, η καϋμενούλα, και… ποτάμια. Ναι, αλήθινά, έχει το γούστο της. Προ πάντων όταν αυτά τα ποτάμια της, που μένουν κατάξερα όλο το χρόνο και μοναχά που και που το χειμώνα περνάει από την κοίτη τους μια κορδέλλα νερό, συμβή να θυμώσουν και να δείξουν όλη την παλληκαριά τους, όπως αυτές τις μέρες ο «Καρτερός» στο έβδομο χιλιόμετρο από το Ηράκλειο και ο «Αποσελέμης» στο εικοστό ανατολικά. Αυτοί λοιπόν οι δυο παλληκαράδες –ας μην ξεχνάμε πως ο πρώτος ήταν Βυζαντινός στρατηγός και ο δεύτερος στρατηγός των Αράβων- είχαν χθες και προχθες τα μπουρίνια των. Κατέβαζαν ορμητικά κάτι θολούρες, που έμπαιναν ολόισια στην καρδιά της θάλασσας κι απλωνόταν και της έδιδαν το κοκκινωπό χρώμα της λάσπης κοντά ως εκεί που φθάνουν τα λεγόμενα χωρικά νερά. Ο πρώτος μάλιστα απ’αυτούς τους περιοδικούς παλληκαράδες, ο «Καρτερός», είχε ξεχυλίσει χθες το πρωί και σκέπαζε το ομώνυμο γεφύρι, σαν νάθελε  να του πη:

– Ε τι ζητάς εσύ εδώ πέρα. Γιατί μπαίνεις εμπόδιο στο δρόμο μου, γιατί θες να κόψης την ορμή μου; Παραμέρισε, το καλό που σου θέλω, γιατί ψήλωνα-ψήλωνα όλη τη νύχτα, έγινα κύκλωπας σαραντάπηχος και, καθώς ορμώ προς τα κάτω και βιάζομαι, θα κτυπήση το κεφάλι μου στο τσιμέντο σου και πάει το τσιμέντο σου.
– Μάλλον το κεφάλι σου θα πά, άκουσα το γεφύρι να του απαντάη κοροϊδευτικά.

Και όταν είδα πως τον περιφρονούσε το γιοφύρι, πήρα κι εγώ θάρρος και πέρασα με το αμάξι πάνω από το γιοφύρι. Και σαν προσπέρασα είπα την κουβέντα μου:
– Καϋμένε «Καρτερέ». Του ποντικού τ’αγλάκι φτάνει ως την αλευροδόχη.  Ή μήπως θέλεις να σου πω μιαν άλλη παροιμία;
– Ας την ακούσω και την άλλη, είπε μουγκρίζοντας το ποτάμι.
Και του την είπα: Βάζει κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραγματευτάδες;

***

Ο «ΑΠΟΣΕΛΕΜΗΣ» τον οποίο συνάντησα ακριβώς δέκα τρία χιλιόμετρα ανατολικώτερα, ήταν πιο απλωτός, πιο γεμάτος, πιο μεγαλοπρεπής και πιο κοντά προς τη μορφή, την έννοια και το χαρακτήρα αληθινού ποταμού. Είχε μάκρος, είχε φάρδος, είχε άπλωμα, είχε γούστο καθώς αγκομαχούσε κυλώντας προς τη θάλασσα τις θολούρες του.
– Καλημέρα Λασιθιώτη, του είπα.
– Γιατί με λες Λασιθιώτη;
– Σου κακοφαίνεται μήπως; Ή μήπως δεν είναι αλήθεια πως τα νερά σου κατεβαίνουν από το Λασίθι;
– Παίρνω κι απ’αλλού καθώς κατεβαίνω από τα ψηλά βουνά, είπε εκείνος κομπορρημονώντας, λες κι ήθελε να με πείση ότι όλη η στερηά της Κρήτης είναι στη διάθεσί του και όλα τα ρυάκια στην αγκαλιά του πάνε και χωνεύουν.
Τον ξαναρώτησα:
– Ημπορείς να μου πεις πόσες μέρες θα ζήσεις;

Έκανε να σταθή και να μου απαντήση μα δεν στάθηκε. Καθώς, όμως, το μάτι μου προχώρησε προς τα πάνω, από εκεί που ερχόταν και κύκλωσε τους όγκους του χιονιού κάτω από τους οποίους αναπαυόταν οι στακτοί όγκοι των Λασιθιώτικων βουνών, κατάλαβα ότι το ποτάμι θα ζούσε μπορεί και ως τις Απόκρηες.
– Αν κρατήσει ως τις Απόκρηες του είπα θα γίνεις και μασκαράς.
– Είμαι από τώρα μασκαράς, απάντησε. Γιατί παριστάνω τον ποταμό χωρίς να είμαι.
– Εγώ σε βλέπω και σε νιώθω ποταμό.
– Αν ήμουνα σωστός ποταμός δεν θα είχε περάσει τώρα το σκυλί σου τέσσερεις φορές από τη μια όχθη στην άλλη κυνηγώντας ένα δυστυχισμένο ατσέλεγο.

***

ΤΩΡΑ, με την άδεια του Προέδρου της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών κ. Μενελάου Παρλαμά και με την βεβαιότητα πως δεν θα θελήση να με διαψεύση αν τυχόν στην ποταμολογία μου παρεισφρήσουν και ιστορικές ανακρίβειες, θα δοκιμάσω να σας πω που χρωστάν την ονομασία τους τα δυο ποτάμια της ανατολικής Κρήτης και ποια ιστορική αντίθεσις τα συνδέει. Ο «Καρτερός» είναι παραφθορά του ονόματος του Βυζαντινού στρατηγού «Κρατερού», που αποβίβασε τα στρατεύματά του στο σημείο που χύνεται σήμερα το ποτάμι, για να πάρη πίσω από τους Σαρακηνούς τον Χάνδακα. Μα, ρωμηός καθώς ήταν κι αυτός και οι στρατιώτες του, τόρριξαν στο μεθύσι την ίδια νύχτα της αποβιβάσεως, τους αιφνιδίασαν οι Αραπάδες του Ηρακλείου, τους βρήκαν μεθυσμένους, τους έσφαξαν και έκαψαν τα καράβια τους που είχαν τραβηχτεί στη στερηά. Ακριβώς το ανάποδο γίνηκε στον «Αποσελέμη» που είναι πάλι παραφθορά του ονόματος του Άραβος στρατηγού «Αβδούλ Σελήμ». Αυτός δεν πρόλαβε να μεθύση, αφού άλλωστε το κρασί δεν τόβαζε στο στόμα του πιστός Μουσουλμάνος καθώς ήταν κι αυτός και οι στρατιώτες του. Τούπεσαν όμως από κοντά οι χριστιανοί την νύχτα από χίλιες μεριές και το πρωί κανείς αράπης δεν υπήρχε ζωντανός για να ψάλη την πρωινή προσευχή στον Προφήτη.

***

ΔΥΟ ποτάμια, δυο ιστορίες, δυο σελίδες από τις μυριάδες τόμων των βασάνων της Κρήτης. Στη μια μεριά εξολόθρευσις των απίστων. Στην άλλη μεριά εξολόθρευσις των πιστών. Και πάντα πάνω από το νησί, από το Τοπλού Μοναστήρι ως τη Γραμβούσα κι από το Κρητικό πέλαγος ως το Λυβικό, το όρνιο του θανάτου. Αυτό ακριβώς το όρνιο που το πήραμε, το βάλαμε μέσα στο απέραντο χρυσοχοείο της ιστορίας, του χρυσώσαμε -του επιχρυσώσαμε μάλλον- τις φτερούγες, τη ράχη, το κεφάλι, την κοιλιά, το μετονομάσαμε σε αετό -πότε δικέφαλο, πότε μονοκέφαλο- και το προστάξαμε να γράφη την ιστορία μας. Τη γράφει. Αλλά πάντα κάτω από τις χρυσές φτερούγες του αετού κρύβεται του θανάτου το όρνιο.

 

Ο ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

Comments

  1. K.B    

    Πολυ ενδιαφέρον και διαχρονικό κείμενο.
    Κ.Β

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *