Ο τρίτος Φάρος

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Περπατούσα κάποτε στους δρόμους της Αθήνας. Σπίτια χαμηλά, με κήπους και αρχοντικά, κυρίως ξενόφερτα, ανοιξιάτικες ευωδιές και άνθρωποι αρκετοί, μάλλον χαρούμενοι, παρά κατηφείς. Μ’ άρεσε η ατμοσφαιρα και συνέχισα να περπατώ μέχρι τις φτωχογειτονιές. Εκεί, καθισμένος στα σκαλοπάτια ενός άθλιου σπιτιού, είδα ένα γέροντα που προσπαθούσε να γιατρέψει με τον ήλιο τις πληγές στα πόδια του. Φαινόταν εξαιρετικά φτωχός κι ανήμπορος κι έτσι τον πλησίασα και εντυπωσιασμένος είδα μια εξαιρετικά αρχοντική φυσιογνωμία κι έναν Άρχοντα ντυμένο με την παραδοσιακή, ελληνική φορεσιά.

-Καλημέρα, του είπα, μπορώ να κάνω κάτι για σας;
Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο αστραπές, καλοσύνη και δύναμη.
-Έκανες ήδη, νεαρέ μου, μου είπε. Σταμάτησες και με χαιρέτησες, πράγμα που δε μου συμβαίνει και τόσο συχνά.

Τον κοίταξα πιο προσεκτικά. Πίσω από την πολυβασανισμένη του όψη, διέκρινα όλη την ιστορία της Ελλάδος.
-Εσείς είσαστε Στρατηγέ μου; Τον ρώτησα τρέμοντας.
-Πρώην Στρατηγός, μου είπε, πρώην πολεμιστής, πρώην, αυτό που λέτε, ήρωας. Σήμερα είμαι ένα γεροντάκι με σώμα ανήμπορο, αλλά ψυχή αλώβητη.
-Βλέπεις, συνέχισε, δε μου φτάνανε οι Τουρκαλάδες, μα πήγα μετά να τα βάλω και με τους Κοτζαμπάσηδες, που μας κυβερνούν. Έτσι γι΄αυτούς ήταν πολύ εύκολο να με πετάξουν σε μια γωνιά, να με καταδικάσουν στην πιο σκληρή φτώχεια, νομίζοντας ότι μπορούσαν να με δαμάσουν.

…Τους ενόχλησαν, βλέπεις, τα κηρύγματα που έκανα στους στρατιώτες μου, όταν κάποτε θέλησαν να πουλήσουν αρχαιοελληνικά αγάλματα σε φραγκοφορεμένους.- Γι’ αυτά μωρέ πολεμήσαμε και πολεμάμε, τους είπα. Μεγάλη κουβέντα! Μεγάλη κουβέντα που δε χωρούσε στο μυαλό αυτών που ούτε Σύνταγμα δεν ήθελαν να μας δώσουν. Άρχισα τον πόλεμο και εναντίον τους και τον έχασα. Τώρα περιμένω μόνο να αποθάνω.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και του είπα:
-Δε θα αποθάνεις, Στρατηγέ, εμείς θα σε τιμάμε και θα σε θυμόμαστε σ’ όλη μας τη ζωή.

Αυτός ήταν ο τρίτος Φάρος στη ζωή μου.