Ο Ρόνιν και ο απολιτισμός

Ένα αρχαίο γιαπωνέζικο παραμύθι

Οδυσσέας Γραμματικάκης
Οδυσσέας Γραμματικάκης

Δυστυχώς, από τη φύση μου ως άνθρωπος δεν χαρακτηρίζομαι από αισιοδοξία, μάλλον το ανάποδο. Και ομολογώ πως κάπου κάπου ζηλεύω αυτούς και αυτές που την διατηρούν. Και επειδή οι πάμπολλες συζητήσεις εδώ στη Μεσόγειο, πολιτικές και δημοσιογραφικές, για το συνεδριακό/απολιτιστικό κέντρο Ηρακλείου τις τελευταίες μέρες με έχουν κουράσει και με έχουν γεμίσει με μια κάποια μελαγχολία, είπα σήμερα να γράψω κάτι διαφορετικό. Έτσι, θυμήθηκα ένα παλιό γιαπωνέζικο παραμύθι, και σκέφτηκα πως θα είχε ενδιαφέρον να σας το αφηγηθώ.

Ένας νεαρός Ρόνιν (περιπλανώμενος σαμουράι), ατιμασμένος, διωγμένος από τον αφέντη του και πεινασμένος, γυρνούσε τα χωριά για να βρει δουλειά και τροφή. Ήταν η εποχή της μεγάλης ξηρασίας και το φαγητό σπάνιζε. Κάποια στιγμή, από καλή τύχη, σε ένα κρυφό, σχεδόν απρόσιτο πλάτωμα, αντίκρισε μια άγρια μηλιά με κάτι μήλα χάρμα, κατακόκκινα και γυαλιστερά. Έφαγε ευθύς αμέσως όσα μπορούσε, και σκέφτηκε να πάρει και μαζί του, για να έχει τις ερχόμενες μέρες. Όμως δεν είχε που να τα βάλει.

Για καλή του τύχη, στο διπλανό χωριό υπήρχε ένας καλαθάς. Έτρεξε λοιπόν μέχρι εκεί, έδωσε μερικά από τα λιγοστά του κέρματα, και του παρήγγειλε ένα μεγάλο καλάθι, ώστε να μπορεί να φορτώσει μήλα για μέρες. Ήσυχος, βρήκε ένα σκιερό δέντρο και έκατσε από κάτω να ξαποστάσει. Και όπως ήταν κατάκοπος, δεν κατάλαβε καθόλου πως πέρασε όχι μόνο το απόγευμα, αλλά και η νύχτα.

Το πρωί τον ξύπνησαν οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν, και, σα να το ονειρευόταν, αναρωτήθηκε κατευθείαν γιατί αργεί τόσο πολύ ο καλαθάς. Πήγε μέχρι τον πάγκο του, και έκπληκτος τον είδε να πίνει χαλαρός τσάι και να καπνίζει, με το καλάθι μισοτελειωμένο, πεταμένο με ασέβεια δίπλα στα πόδια του. Νευρίασε αλλά αποφάσισε να κρατηθεί. Γιατί τον είχε ανάγκη.

∼ Γιατί δεν τελείωσες το καλάθι;
∼ Ε ξέρεις, συνάντησα ένα πρόβλημα: με την ξηρασία τα μπαμπού έχουν ακριβύνει, και τα κέρματα που μου έδωσες δεν αρκούν για τόσο μεγάλη δουλειά.
∼ (Σκγρουντ) Πόσα θες;
∼ Βάλε άλλα τόσα και ένα 10% για τις φθορές.
∼ (Σγκρουντ)

Του έδωσε τα κέρματα με περιφρόνηση και, αφού δεν νύσταζε άλλο, αποφάσισε να πάει μια βόλτα μέχρι τη μηλιά, να δει μην τυχόν και τον είχε προλάβει κανείς. Ευτυχώς τα μήλα ήταν ακόμα όλα εκεί. Αποφάσισε να περιμένει από κάτω της, ακονίζοντας υπομονετικά τα σπαθιά του μέχρι να έρθει το απόγευμα.

Όταν ξαναπήγε στο χωριό, είδε με ανακούφιση πως το καλάθι είχε τελειώσει. Έλειπε ένα χερούλι και ο πάτος λόγω κακοτεχνίας είχε κάτι τρύπες, αλλά βιαζόταν και δεν είχε χρόνο να βάλει καβγά. Κοίταξε απλά τον καλαθά θυμωμένος, άρπαξε το καλάθι με ηθελημένη αγένεια, και έτρεξε πίσω στην πολύτιμη μηλιά του.

Τα πράγματα όμως ήταν πολύ χειρότερα απ’ότι είχε φανταστεί· τα μπαμπού ήταν τόσο κακοπλεγμένα που οι άκρες τους τρυπούσαν τα ώριμα μήλα, και κάπου κάπου τα έκοβαν στα δύο· οι τρύπες έσταζαν ζουμιά και του λέρωναν τα χέρια και τη φορεσιά· και μόλις το γέμισε μέχρι τη μέση, έσπασε και το άλλο χερούλι, σα να ήταν καμωμένο από χαρτί. Πέταξε τα μήλα θυμωμένα στο χώμα και κίνησε, μαινόμενος ταύρος αληθινός, για το χωριό.

Οι σαμουράι, ακόμα και οι έκπτωτοι, τύγχαναν εξαιρετικού σεβασμού. Όχι μόνο γιατί ήταν, για τα δεδομένα της εποχής, πολύ μορφωμένοι, αλλά γιατί ήταν και ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Έτσι, όταν ο Ρόνιν μας εισέβαλε στο χωριό κραδαίνοντας το μικρό του σπαθί στο ένα χέρι και το κακοφτιαγμένο καλάθι στο άλλο, αντί για αντίσταση βρήκε ανθρώπους να πέφτουν στα πόδια του και να τον εκλιπαρούν. Μαζί και τον καλαθά.

∼ Σε εκλιπαρώ για έλεος άρχοντα, δεν φταίω εγώ. Οι έμποροι, οι αδίστακτοι έμποροι, με ανάγκασαν να ανεβάσω την τιμή. Εγώ τίποτα δεν έβαλα στην τσέπη.
∼ Έλεος; Τι έλεος και τι τιμή; Αφού δεν ξέρεις να φτιάχνεις καλάθια, γιατί τα πουλάς;
∼ Είμαι αρχάριος ακόμα, αλλά προσπαθώ, άρχοντα. Δάσκαλο να πληρώσω δεν έχω, πασχίζω μοναχός μου και κάνω λάθη.

Κοντοστάθηκε ο Ρόνιν, γιατί κατά βάθος ήταν υπομονετικός και καλόκαρδος. Και με ξαφνική, έκδηλη αποφασιστικότητα, άρχισε να μιλάει στους χωρικούς:

∼ Θα μου δώσετε χρήματα για να επισκευάσουμε το καλάθι, κι εγώ για αντάλλαγμα θα σας φέρω να φάτε πολλά πολλά λαχταριστά, μυρωδάτα μήλα. Και με τα υπόλοιπα, θα πληρώσουμε κι έναν δάσκαλο από το Έντο να στείλει οδηγίες σ’ αυτόν τον ανίκανο πως να πλέκει κάπως σωστά και να βγάζει τα προς το ζην από τη δουλειά του.

Δεν ενθουσιάστηκαν οι χωρικοί αλλά ξηλώθηκαν· κι έκατσαν και βοήθησαν με ιδέες για να βελτιωθεί η πλέξη, και έδιναν κι επιπλέον χρήματα κάθε που σωνόταν το μπαμπού. Είχαν τουλάχιστον να ονειρεύονται τα πεντανόστιμα μήλα που τους περίμεναν. Κάποια στιγμή ήρθαν και οι, κάπως ουτοπικές και υπερβολικά καλλιγραφημένες οδηγίες του δασκάλου καλαθοπλεκτικής, και ο καλαθάς αναθάρρησε και στρώθηκε εκ νέου με τα μούτρα στη δουλειά.

Όταν επιτέλους κατάφερε να επισκεύασει το καλάθι ώστε να είναι ικανοποιητικά λειτουργικό, ο Ρόνιν, χαιρετώντας θριαμβευτικά τους εξαθλιωμένους πια χωρικούς, κίνησε χαρούμενος για τη μηλιά. Είχε έρθει η ώρα ο κόπος του, το βιός των χωρικών που κατασπαταλήθηκε, και οι προσπάθειες του ατάλαντου αλλά φιλότιμου καλαθά να βρουν μια μικρή έστω, αλλά τίμια ανταμοιβή.

Τα μήλα είχαν όμως, από καιρό, ολοκληρωτικά σαπίσει. Πεσμένα, κείτονταν πια στο χώμα, μαυρισμένα, παρατημένα και θλιβερά. Κι απόμεινε ο Ρόνιν, γεμάτος ντροπή για την καταστροφή που έφερε στο χωριό, να κλαίει καθισμένος στις ρίζες της μηλιάς, αφήνοντας το ψιλόβροχο, που επιτέλους είχε έρθει, να ανακατεύεται με τα δάκρυά του, περιμένοντας απλά να γίνει και το καλάθι ένα με το χώμα.

Αυτό που στην απελπισία του δεν μπορούσε να καταλάβει, ήταν πως δεν υπήρχε λόγος να στενοχωριέται πια. Γιατί δεν είχε σημασία. Κι αν δεν τον εμπόδιζαν τα δάκρυα, θα μπορούσε ίσως να έχει δει πως ο Βούδας είχε χαράξει στον κορμό της μηλιάς τους παρακάτω στίχους:

Αργοσβήνουν οι καμπάνες του Ναού.
Τα μυρωδάτα άνθη παραμένουν.
Ένα τέλειο απόγευμα!

(Ματσούο Μπασό)

(έργο φωτογραφίας: Αριστοτέλης Γραμματικάκης, άτιτλο – λεπτομέρεια)

Comments

  1. αννα    

    Ομορφο. Και ακομα πιο ομορφο το εργο του Αριστοτέλη.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.