Ο Μίκης επιμήκης

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Την πρώτη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη, την οργάνωσε ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών. Δεν παραχωρήθηκε καμιά θεατρική αίθουσα κι έτσι την κάναμε στο μικρό αμφιθέατρο της ΔΕΣΠΑ (Διοικούσα Επιτροπή Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών). Μαζί του ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα, η Τζένη Καρέζη, ο Μάνος Κατράκης και βεβαίως ο τεράστιος Γρηγόρης Μπιθικώτσης με μπουζούκια τον Καρνέζη και τον Παπαδόπουλο.

Κόψαμε δεκαοκτώ εισιτήρια! Κάναμε όμως ένα τέτοιο γλέντι μετά στην αίθουσα του Συλλόγου μας που θα μας μείνει αξέχαστο. (Άλλωστε ήταν η πρώτη φορά που ο «Σερ» – ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης δηλαδή μου είχε απαγορεύσει να ξελαρυγγίζομαι νομίζοντας ότι τραγουδώ. Επόμενος ήταν ο Νίκος Ξυλούρης).

Στη δεύτερη συναυλία μας είχε παραχωρηθεί το θέατρο «Κεντρικόν». Η αστυνομία μας είχε δώσει άδεια για μεν την απογευματινή παράσταση 600 άτομα – κι εμείς βάλαμε 1.100 – για δε τη βραδυνή 800 – κι εμείς βάλαμε 1.300 περίπου.

Πατείς με πατώ σε ήταν η αίθουσα και στις δυο συναυλίες. Μεταξύ των ακροατών και η αείμνηστη μητέρα μου, παρόλο που δεν άντεχε ούτε την πολυκοσμία ούτε το στριμωξίδι.

Τότε πρωτοακούστηκε και ο «Κρητικός χορός» – ο μετέπειτα Ζορμπάς, συρτάκι και δεν συμμαζεύεται.

Ο Μίκης – επιμήκης (έτσι τον λέγαμε) έδωσε το καλοκαίρι και μια συναυλία στο Ηράκλειο στον μεγάλο κινηματογράφο «Σταυρωτή». Ήταν η πρώτη φορά που διηύθυνε την ορχήστρα και τους τραγουδιστές καθισμένος σε καρέκλα και με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό!

– Γιατί ρε Μίκη; τον είχα ρωτήσει τότε.

– Γιατί έτσι διηύθυναν και οι πραγματικοί ρεμπέτες.

Στις εκπληκτικές εκείνες συναυλίες ακούστηκαν για πρώτη φορά και τα τραγούδια που τους στίχους είχε γράψει ο αείμνηστος αδερφός του Γιάννης.

Την άλλη μέρα θυμάμαι ότι πήγαμε στη Χερσόνησο – εκδρομή υπολογίσιμη τότε – για να φάμε φρέσκο ψαράκι και να κολυμπήσουμε. Μαζί του ο Γιάννης, η Ειρήνη Παπά, η Άννα Παϊζη, και άλλοι πολλοί.

Πήραμε και μια κωπήλατη βάρκα να κάνουμε μια βόλτα. Ερέτης ήμουν μόνον εγώ και τα χέρια μου γρήγορα πιαστήκανε πηγαίνοντας κόντρα στο μικρό κυματάκι κι έτσι αναγκαστήκαμε σε άτακτη φυγή.

Θα μου πείτε τώρα: Πού τα θυμάσαι όλα αυτά;

Μ’ αυτά ζω φίλοι μου. Με αυτά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *