Ο κύριος Κ. Κ.

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Ένα δειλινό ντουχιουντισμένος όπως ήμουν, κατέβηκα κάτω στη θάλασσα να αγναντέψω το πέλαγος και να ηρεμήσω -αν μπορούσα. Έκατσα σ’ ένα παγκάκι κάτω στο Μπεντένι, είχα βάλει το κεφάλι μέσ’ στα χέρια και είχα αποσβολωθεί ρουφώντας την απόλυτη μπονάτσα.

Έτσι δεν πήρα χαμπάρι ότι ένας γηραλέος κύριος ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Όμως, το τεράστιο βλέμμα του που έβαζε μέσα του τη θάλασσα, τον Μπούφο, τη Ρογδιά ως και το Κουδούνι «με ξύπνησε»

Η αλήθεια είναι ότι τρόμαξα. Γύρισα, κοίταξα την εξαιρετικά ευγενική φυσιογνωμία του και τον ρώτησα, ομολογουμένως πολύ δειλά.
-Θέλετε κάτι;
-Ναι! Ήθελα να σε ρωτήσω τι κοιτάζεις με τόση αφοσίωση.
-Μα τη θάλασσα, του απάντησα.
-Και βλέπεις τίποτα; Με ρώτησε με ένα ύφος ελαφριά σκωπτικό και με μια προφορά που έμοιαζε ξενική.
-Ναι, βλέπω! Όχι όμως την επιφάνεια αλλά τον ανεκατωμένο της βυθό που ‘νε γεμάτος ψάρια, φύκια και πού και πού κανένα χταπόδι.

Περίμενα να με πει τρελό, αλλά δεν το έκανε. Αντίθετα με απαλή φωνή ψιθύρισε:
-Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπιν, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ ψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη…

Κάτι μου φάνηκε γνωστό σ’ αυτά που μουρμούριζε ο γέροντας, αλλά καθώς φαίνεται δεν έδωσα και πολύ σημασία.
-Και σεις πώς από δω; Ρώτησα
-Να!Περαστικός είμαι και είπα να ξαποστάσω λιγάκι. Βρήκα όμως καλή παρέα και νομίζω ότι θα κάτσω παραπάνω.
-Και είστε από πού; Ρώτησα αγενώς.
-Από την Αλεξάνδρεια.
-Της Αιγύπτου;
-Όχι, απ’ αυτήν που χάθηκε.

Τότε και μόνο τότε, η κούφια μου η κεφαλή κάπως γέμισε, τον κοίταξα και ψιθύρισα κι εγώ.
– Αλίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος

Με κοίταξε και το γάργαρό του γέλιο ήρθε και γέμισε την ψυχή μου.

– Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·

Το στόμα μου άνοιξε δυο σπιθαμές. Πριν του μιλήσω όμως και τον αγκαλιάσω, είχε χαθεί! Τον είδα πάλι να περπατά στο πέλαγος και να μου κουνά το χέρι, καθώς απομακρυνόταν.