Ο κόσμος ανάποδα

Οδυσσέας Γραμματικάκης
Οδυσσέας Γραμματικάκης

Έναν παράξενο εφιάλτη βλέπω τον τελευταίο μήνα. Βλέπω πως λέει ο κόσμος έχει γυρίσει ανάποδα και οι πραγματικότητες είναι αντίστροφες κι ο χρόνος έχει πάψει να είναι γραμμικός κι ο χώρος έχει μπλεχτεί σ’ ένα κουβάρι δίχως αρχή, μέση ή τέλος. Κι εγώ κάπου εκεί μέσα περιφέρομαι, άλλοτε τρέχοντας να φύγω κι άλλοτε μπουσουλώντας έντρομος, πασχίζοντας να σώσω ο,τι απομένει από τη λογική και την αισθητική μου.

Συνήθως ο εφιάλτης ξεκινάει σε μια πλατεία, γεμάτη made in china ελληνικές σημαίες και ανθρώπους που δεν μπορώ να καταλάβω σε ποια εποχή ανήκουν. Κάποιοι φορούν περικεφαλαίες και πανοπλίες, που μάλλον όμως δεν είναι αληθινές αλλά αποκριάτικες, απόκριες όμως δεν έχουμε ακόμα, κι άλλοι μαυροντυμένοι αξούριστοι καβαλάνε περήφανα άτια, αν και παραδίπλα βλέπω αυτοκίνητα και μεγάφωνα και άλλους πολλούς, που μου φαίνονται πιο κανονικοί αλλά δεν ξέρουν γιατί είναι εκεί, να βγάζουν φωτογραφίες με τα κινητά τους. Και ζητωκραυγάζουν όλοι μαζί παπάδες και στρατηγούς και φωνάζουν συνθήματα που δεν τα καταλαβαίνω, και το βαθύ κράτος παρατηρεί από μια γωνιά και τρίβει τα χέρια του. Και μαζί τους είναι και πολιτικοί δεξιοί, σα νεκραναστημένα φαντάσματα, και αριστεροί και κάτι λίγοι κεντρώοι, που στο κούτελό τους γράφει “μικροπολιτική” κι όλοι μαζί φωνάζουν να πέσει κάποια κυβέρνηση, που κι αυτή βαφτίζεται αριστερή αλλά παίρνει τα σπίτια των ανθρώπων και τους κόβει τις συντάξεις και χαρίζει τα δημόσια αγαθά στους ιδιώτες.

Εκεί είναι και μερικοί οπαδοί του Χίτλερ, επίσημοι κι ανεπίσημοι, και μπερδεύομαι ακόμα περισσότερο, γιατί δεν ξέρω αν έχει τελειώσει ή όχι ο Β’ παγκόσμιος, και κάποιοι χουντικοί, εγώ όμως ξέρω τις εξεγέρσεις στη νομική και το πολυτεχνείο, και δεν καταλαβαίνω πώς δεν έχουμε ξεμπερδέψει με τις εποχές της ανελευθερίας και του αίματος. Είναι και ανταποκριτές μπόλικοι από τηλεοράσεις, καλοντυμένοι και καλοχτενισμένοι, που πανηγυρίζουν για το πλήθος και κραυγάζουν για περισσότερο κόσμο και μετράνε με πάθος εκατομμύρια, που δεν υπάρχουν, κι ας είναι οι ίδιοι που έκρυβαν τους αριθμούς και μετέδιδαν μόνο φωτιές κι επεισόδια, όταν ένας ολόκληρος λαός βγήκε στους δρόμους για να ρίξει μια άλλη κυβέρνηση.

Κάπου εκεί, τα μεγάφωνα αρχίζουν να παίζουν επαναστατικά τραγούδια και σε μια μεγάλη εξέδρα βγαίνει να μιλήσει ένα σύμβολο της αριστεράς, ένας άνθρωπος έγκλειστος και βασανισμένος σχεδόν ως θανάτου στο κολαστήριο στο Μακρονήσι, και λέει κάτι ακατανόητα για αριστερόστροφους φασισμούς κι εριστικούς πατριώτες, κι ο κόσμος παραληρεί, οι ναζιστές του δίνουν συγχωροχάρτι για τις πρότερες κομμουνιστικές του ιδέες, κι ο φασίστας γιος του αρχιβασανιστή του καμαρώνει πως είναι λες και ακούσε να μιλάει ο πατέρας του. Κι ο ήρωας βλέπει παντού εχθρούς, απαντάει δίχως μετάνοια, κι εκστασιασμένος κάθεται στο θρόνο του, κάπου στην κορφή του Ολύμπου.

Και μετά τρέχω πανικόβλητος και φτάνω σε ένα άλλο κομμάτι του ανάποδου κόσμου. Εκεί υπάρχει λέει ένα σκάνδαλο μεγατόνων, που κανείς δεν ξέρει ακόμα πόσο είναι αλήθεια και πόσο προπαγάνδα, αλλά ανακατεύονται και ξένες δυνάμεις και διεθνή κανάλια διαπλοκής και πανίσχυροι πολιτικοί και πολυεθνικές. Κι όμως οι μάρτυρες είναι κατηγορούμενοι κι οι κατηγορούμενοι κατήγοροι και κάτι δημοσιογράφοι, που δεν είναι στ’ αλήθεια δημοσιογράφοι, πασχίζουν όχι να ερευνήσουν την υπόθεση, αλλά να βρουν τους πληροφοριοδότες, τους οποίους κάποιοι κατηγορούμενοι εκβιάζουν και απειλούν ανοιχτά μέσα από τα τηλεοπτικά κανάλια, και σε κανέναν εισαγγελέα δεν καίγεται καρφάκι.

Λένε και διάφορα άσχετα και για τη νόμιμη άδεια ενός κρατουμένου, που όμως δε θα έπρεπε να έχει άδεια, και κάποια χώρα της λατινικής Αμερικής που απ’ότι καταλαβαίνω θα πρέπει να είναι καμωμένη από λάστιχο, έτσι που προσαρμόζεται να ταιριάζει με τα πάντα. Κι ένα κόμμα απ’τα εμπλεκόμενα στο σκάνδαλο, για να διαφυλάξει όπως λέει την ενότητα, διαγράφει μέλη του, όχι πάντως αυτά που εμπλέκονται στο σκάνδαλο, και το πιο δεξιό κομμάτι του, μαζί με την κυβέρνηση, πανηγυρίζει για τη διάσπαση και προσβλέπει να το ελέγξει ολοκληρωτικά. Και σε όλα τα κανάλια, σχεδόν ταυτόχρονα, η ίδια φιγούρα φωνασκεί, απ’ότι καταλαβαίνω είναι τηλεπωλητής και υπουργός, κι οι δημοσιογράφοι σχεδόν τον χειροκροτούν και τον συγχαίρουν για την αθωότητά του. Αθωότητα αυτονόητη, αφού υπάρχει ένας νόμος που καλύπτει την ανευθυνότητα των υπουργών, που όμως λέγεται ευθύνης υπουργών, και κανείς δεν λέει γι’αυτόν, κι ας είναι το σίγουρο σκάνδαλο.

Παραπέρα στον εφιάλτη, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν ξέρω ακόμα τι γίνεται. Γιατί κάπου εκεί η σύντροφός μου, που με ακούει να αγκομαχάω, να βαριανασαίνω και να ουρλιάζω, με σκουντάει και ξυπνάω απότομα.

“Πάλι τον νεοφιλελευθερισμό ονειρεύεσαι αγάπη μου;”

(Έργο φωτογραφίας: René Magritte, L’Heureux donateur, 1966 – λεπτομέρεια)