Ο Καραγκιόζης ποιητής

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Χατζηαβάτης: Πού πας, ματάκια μου, τρέχοντας και καταϊδρωμένος;

Καραγκιόζης: Στην Ακαδημία πάω ρε Χατζηχαβιάρη να υποβάλλω την τελευταία μου ποιητική συλλογή, να πάρω το πρώτο βραβείο και να τρώγω ένα μήνα.

Χατζ.: Μπα; Κι από πότε έγινες ποιητής ρε Καραγκιόζη;

Καρ.: (Τον καρπαζώνει) Από τα χθες. Ντα δεν έχεις δει ήντα και ήντα κυκλοφορεί και πόσοι έχουνε τυπώσει κάρτες που λένε “Παναγιώτης Τρεχαγυρευόπουλος” κι από κάτω “ποιητής”;

Χατζ.: Ναι, έχεις δίκιο. Κι εσύ τι έχεις γράψει Καραγκιόζη και το κρατάς στο χέρι σαν Άγιο Δισκοπότηρο;

Καρ.: Εγώ; Να σου διαβάσω μωρέ την αρχή για να δεις τι θα πει ποίηση με το πι κεφαλαίο.

Ω άστρα τσαρουχόφτερα

της νοσταλγίας φτέρνες

σκουλικομερμηγκότρυπες

και σέσουλες μοντέρνες

Βάλε στο λάδι βούτυρο

τον Πήγασό σου καβαλίκεψε

να το μουλάρι ειδίκευσε

και το φεγγάρι διώχτο

Ποιηματάρα, έτσι ρε Χατζατζάρη;

Χατζ.: (Ξερένεται στα γέλια μέχρι που σταματά από τις καρπαζιές του Καραγκιόζη). Μη βαράς μωρέ. Ωραίο, πολύ ωραίο είναι το ποίημα σου.

Καρ.: Θα πάρω λες το πρώτο βραβείο;

Χατζ.: Και το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο. Είσαι κι όμορφος πανάθεμα σε, πώς να στο αρνηθούνε;

Καρ.: Καλά, άσε με τώρα γιατί με καθυστέρησες.