Ο Καζαντζάκης χωρίς μεταφυσική

Η άποψή του για τον Βενιζέλο και τους Έλληνες ως το 1926

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Οι λογοτέχνες που μας συντροφεύουν τις δύσκολες ώρες μας, στη μοναξιά μας ή σε βράδια που απλά θέλουμε να περάσει η ώρα μας, είναι φίλοι μας. Τους φίλους μας είναι καλό να τους γνωρίζουμε καλά, να επισημαίνουμε τα ελαττώματά τους, να πληροφορούμαστε για αυτά και να τους πληροφορούμε για αυτά, ακόμα και σε περίπτωση που νευριάσουν μαζί μας. Έχουμε ηθική υποχρέωση ως φίλοι να το πράξουμε, αλλιώς, στο κάτω κάτω, τί σοϊ φίλοι είμαστε;

Κάπως έτσι σκέφτομαι για τον Καζαντζάκη. Αγαπημένος, τον ερευνώ όσο μπορώ ως συγγραφέα και ως προσωπικότητα. Έχω δώσει και κάποιες διαλέξεις σε Συνέδρια για το έργο του, χωρίς καμία ανάγκη να τον αγιοποιήσω, προσέχοντας όμως και να μην τον δαιμονοποιήσω αντίστοιχα. Μέτρον άριστον.

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης υπήρξε μία περίεργη, αινιγματική προσωπικότητα. Είναι ο πιο περίπλοκος Έλληνας λογοτέχνης. Νιώθεις ότι σε κάθε έργο του ανανεώνεται, αιφνιδιάζει με τις μεταστροφές του: νασιοναλιστής, υλιστής, μαρξιστής, κομμουνιστής, βουδιστής, ένθεος, μασώνος, φιλόσοφος, ταξιδευτής, ασκητής, όσες επιθέσεις και να δεχτεί, κάθε επίθετο του ταιριάζει (θέτω επί=βάζω πάνω, με την έννοια της πρόσθεσης μιας ιδιότητας σε μία έμβιο ή άβια οντότητα). Πόσοι Έλληνες λογοτέχνες το έχουν αυτό; Θυμάμαι τον σταθερά αποκαλούμενο “κοσμοκαλόγερο” Παπαδιαμάντη και διακρίνω εξέλιξη στον Καζαντζάκη, μια αδυναμία υποταγής σε ένα επίθετο-μοτίβο, σε μία επιστημονική ρουτίνα εξέτασης του έργου του.

Ως άνθρωπος είχε τις αδυναμίες του, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό, νομίζω, που να δικαιολογεί τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη της Έλλης Αλεξίου, της Γαλάτειας Αλεξίου και της Λιλής Ζωγράφου. Και δίκιο να έχουν, ο τρόπος τους είναι μη δέων για έναν άνθρωπο από το επώνυμο του οποίου είδαν αρκετά οφέλη, ειδικά η δεύτερη. Δείχνει προκατάληψη και εμπάθεια, παρότι είναι φαινομενικά σύμφωνος με τις φεμινιστικές αντιλήψεις που πίστευαν, δικαίως ή αδίκως, ότι πρεσβεύουν.

Στο παρόν κείμενο θα εξετάσω μία πτυχή του χαρακτήρα του συγκεκριμένη, τη στάση του γύρω από πρόσωπα και καταστάσεις έως την Μικρασιατική Καταστροφή, και αυτής συμπεριλαμβανομένης, την στάση του απέναντι στον πολιτικό του ηγέτη και συνεργάτη αργότερα, τον δημιουργό της σημερινής Ελλάδας, τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Είναι γνωστό ότι ο Καζαντζάκης γεννήθηκε το 1883, την κρίσιμη εποχή που η Κρήτη είχε αρχίσει να διεκδικεί με καλές προοπτικές την Αυτονομία της, αρχικά, και την Ένωση με την Ελλάδα αργότερα. Πρωταγωνιστής στα γεγονότα αυτά υπήρξε ο μεγάλος Χανιώτης πολιτικός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Ο Καζαντζάκης στην αρχή της ζωής του, ως νέος, εμφορούνταν από τις νασιοναλιστικές ιδέες της εποχής, όπως ήταν φυσικό για τους νέους της γενιάς του, ειδικά όσους προέρχονταν από περιοχές του αλύτρωτου ακόμα ελληνικού κόσμου, Κρήτη, Μακεδονία, Θράκη. Στα πρώτα του βήματα, λοιπόν, ο Καζαντζάκης ήταν εθνιστής και συνδέθηκε ιδεολογικά με την ομάδα των νέων που θαύμαζαν τον Ίωνα Δραγούμη, δηλαδή τον Σικελιανό, τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον ίδιο τον Δραγούμη, αλλά και τον αδερφό του Φίλιππο.

Λογοτεχνικά, αν τα εξετάσουμε, τα πρώτα έργα του Καζαντζάκη, τα μυθιστορήματα Όφις και Κρίνο (1906), Σπασμένες Ψυχές (1908), καθώς και τα δράματα Ξημερώνει, Φασγά (1906, 1907 αντίστοιχα) και Η θυσία/Πρωτομάστορας (1908-1909), είναι γραμμένα μέσα στο κλίμα του αισθητισμού, μιας αρνητικής απόληξης του κινήματος του Ρομαντισμού, μια αισθητική παρακμιακή, νοσηρή, που συνάδει με την πνευματική παραγωγή των νασιοναλιστικών κύκλων της Ελλάδας. Το κλίμα της περιόδου συμπυκνώνει και στο μεταθανάτια δημοσιευμένο φιλοσοφικό δοκίμιο σε φόρμα μυθιστορήματος Συμπόσιον (1922) ως ένα άτυπο όριο (terminus ante quem). Σε αυτή την λογοτεχνική ατμόσφαιρα, σε αντιστοιχία με την πολιτική του ιδεολογία αργότερα, δεν μένει πιστός, αλλά γράφει έργα με μαρξιστικά-κομμουνιστικά μηνύματα, όπως ο Τόντα-Ράμπα (1929).

Σε επίπεδο πράξεων, πολιτικής και κοινωνικής δράσης, ο ενθουσιώδης νασιοναλιστής Καζαντζάκης πηγαίνει ως εθελοντής στον α΄ βαλκανικό πόλεμο, ως αποσπασμένος όμως στο προσωπικό γραφείο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο συγγραφέας δεν συμμετέχει με την αιτιολογία ότι υπήρξε ιδιοκτήτης λιγνιτωρυχείου στην Πραστοβά Μάνης, με εργάτη τον Γεώργιο Ζορμπά, τον αληθινό, εμπειρία που κατέγραψε, εξιδανικεύοντάς την, στο έργο του Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946). Το 1919, μάλιστα, ο Χανιώτης πολιτικός του αναθέτει μια αποστολή σωτηρίας των Ελλήνων της νεαρής τότε Σοβιετικής Ένωσης, που διώκονταν από τους σοβιετικούς ως αντίποινα για την συμμετοχή ελληνικών στρατευμάτων στην προσπάθεια των δυτικών να καταπνίξουν τη ρωσική επανάσταση με μια αντεπανάσταση. Την αποστολή την παίρνει πολύ σοβαρά ο Καζαντζάκης και την φέρνει σε πέρας μέσα σε κλίμα μέγιστης ευθύνης, οδηγώντας τους μετανάστες στη Μακεδονία, γεγονός που απηχείται στα έργα του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1954) και Αδερφοφάδες (1965, μεταθανάτια έκδοση).

Η σχέση του με τον Βενιζέλο είναι μέχρι τότε πολύ καλή και δεν έχει δείξει κάποια δυσαρέσκεια, όμως αργότερα, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Καζαντζάκης αλλάζει στάση και στρέφεται προς τον κομμουνισμό, αργά αλλά σταθερά. Ο ίδιος δεν πιστεύει πια ότι ο Έλληνας ανήκει στη Δύση. Περιηγούμενος την Ελλάδα, άλλωστε, δηλώνει, αργότερα, τα εξής λόγια, που συμπυκνώνουν την κοσμοθεωρία του για τον Έλληνα της νεότερης εποχής:

Ο Νεοέλληνας αγαπάει τη ζωή, φοβάται το θάνατο, αγαπάει την πατρίδα και συνάμα είναι παθολογικά ατομικιστής, κολακεύει σαν Βυζαντινός τον ανώτερο, τυραννεί σαν αγάς τον κατώτερο, και συνάμα, μπορεί να σκοτωθεί για το φιλότιμο. Είναι έξυπνος κι άβαθος, χωρίς μεταφυσική αγωνία, και συνάμα, όταν αρχίσει να τραγουδάει, μία πίκρα παγκόσμια πετιέται από τα σωθικά του, σπάζει την κρούστα της ελληνικής λογικής κι ανεβαίνει από τα σπλάχνα του, όλο μυστήριο και σκοτάδι, η Ανατολή” (Ταξιδεύοντας: Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-Ο Μοριάς, Αθήνα 1999, σελ. 326). Το 1926 τυπώνονται σε βιβλίο αυτές οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις.

Νωρίτερα, με τα ίδια τα νέα της Μικρασιατικής Καταστροφής νωπά, ο κομμουνιστής – μην το ξεχνάμε – Καζαντζάκης, που βρίσκεται στο Βερολίνο, γράφει στην Γαλάτεια:

Τρομαχτικά μας έρχονται τα νέα από την Ελλάδα. Άραγε θα βάλουν γνώση τώρα οι άθλιοι ρωμιοί; Άραγε θα’ναι, η καταστροφή τούτη, η απαρχή μιας αναγέννησης; Έτσι την παίρνω και την παραδέχομαι μ’ ευγνωμοσύνη. Η νίκη στο τωρινό καθεστώς θα’ταν ολέθρια για την Ελλάδα. Θα θεμελίωνε τους σημερινούς άτιμους και θα νάρκωνε το λαό, που άλλο τίποτα δε ζητά” (Επιστολές στη Γαλάτεια, Αθήνα 1993, σελ. 77-78, επιστολή 32η, 9 Σεπτέμβρη).

και αλλού, λίγες μέρες αργότερα:

Τα νέα από τη Σμύρνη είναι φρικώδη. Εσείς εκεί πέρα θα ξέρετε πολύ λίγα πράγματα· όσα θέλει η λογοκρισία. Εδώ, όμως, η καταστροφή γνωστοποιήθηκε όλη. Είμαι βέβαιος, πως τώρα θ’ αρχίσει η σωτηρία. Πολύ αιματηρή, πανάκριβη· μα γι’ αυτό θα είναι και γόνιμη” (Επιστολές στη Γαλάτεια, Αθήνα 1993, σελ. 84, επιστολή 33η, 17 Σεπτέμβρη 1922).

Ξανά το 1922, απευθυνόμενος στην Γαλάτεια, αναφέρει τα εξής στην επιστολή του της 15-10-1922 (νο. 38):

Ό,τι γράφεις για την αθλιότητα του ρωμιού είναι φρικαλέο και σωστό. Όμως, καθώς Σου ’γραφα, μην ξεχνάς πως αυτοί δεν είναι η Ελλάδα. Η βρωμερή γενεά τούτη θα ψοφήσει και εμείς οι δυο-τρεις ας δουλέψομε να γίνει λίγο καλύτερη η ερχόμενη […]Οι ατιμίες των ρωμιών στη Μ.Ασία είναι αντάξιες των Τούρκων. Εμάς πια ο Άνθρωπος μας ενδιαφέρει, χωρίς ετικέτες. Τον Άνθρωπο ατίμασαν στη Μ.Ασία Έλληνες και Τούρκοι” (Επιστολές στη Γαλάτεια, Αθήνα 1993, σελ. 97)

Η Μικρασιατική Καταστροφή, απόρροια συνολικών λαθών της ελληνικής ηγεσίας, βενιζελικής και βασιλικής, ένα τόσο σημαντικό γεγονός, οδήγησε σε μεγάλους κραδασμούς στην ελληνική κοινωνία και πολιτική ζωή. Το όραμα μιας Μεγάλης Ελλάδας γκρεμίστηκε οριστικά. Προσπαθεί ο Καζαντζάκης να κρύψει και την δική του απογοήτευση από τα όνειρα της νιότης; Δεν το γνωρίζω. Ας δούμε όμως τί γράφει στα 1926-7 που συναντάει τον Μουσολίνι στη Ρώμη, στο γραφείο του, για να του πάρει μια συνέντευξη:

Σα βγήκα έξω, χωρίς να το θέλω, σύγκρινα μέσα στο νου μου το Βενιζέλο με το Μουσολίνι. Ο ένας είχε μια χάρη θηλυκιά, μια μαγνητική γοητεία που προσέλκυε, μια υστερική, εξημμένη, άπληστη και μικρολόγα ψυχή μιας ευφυέστατης και κακεντρεχούς γεροντοκόρης. Ο άλλος έχει μιαν αρρενωπή τραχύτητα, ένα θέλγητρο που δεν προσελκύει μα αρπάζει, κάτι το αποκρουστικό και συνάμα ακαταγώνιστο. Ο Μουσολίνι είναι ο αρσενικός Βενιζέλος” (Ταξιδεύοντας: Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-Ο Μοριάς, Αθήνα 1999, κεφ. ΙΙ, “Μουσολίνι”, σελ. 25-26).

Νομίζω οτι δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο ως σχόλιο. Τα συμπεράσματα είναι δικά σας. Απλά, όταν αναφερόμαστε σε έναν άνθρωπο, ένα φίλο, να γνωρίζουμε και τα αρνητικά του, όσα έχει κατά καιρούς δηλώσει. Αν τα ξεπεράσουμε ως κάτι που δεν αξίζει να ασχολούμαστε και τόσο, τότε η φιλία μας μαζί του ίσως να δέσει περισσότερο. Μπορεί βέβαια και όχι. Πάντως θα πατάμε, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, σε αληθινά δεδομένα, τα ίδια του τα λόγια, και όχι σε μια εξιδανικευμένη εικόνα για το πώς είναι και το ποιος είναι. Δεν θα μπερδεύουμε την αληθινή του φύση με εκείνη που θα έχουμε φανταστεί. Θα τον αντικρίζουμε “χωρίς μεταφυσική” για να επαναλάβω τον, αλιευμένο από τον Βάρναλη, εμπρόθετο προσδιορισμό.