Ολική ποιότητα σχολικών μονάδων – Σχέδιον αλλαγής προς βελτίωσιν

Μαρκογιαννάκη Μανόλη , PhD, Δρ. Πανεπιστημίου Κρήτης

Επιστολές

«Οι καινούριες ιδέες, οι νεωτερισμοί δεν αρέσουν στους ηλικιωμένους. Τους αρέσει να πείθονται ότι ο κόσμος δεν βελτιώνεται, αλλά χειροτερεύει επειδή αυτοί έπαψαν να είναι νέοι»

-Ντε Σταέλ

Τα τελευταία χρόνια η επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη έχουν συμβάλει σε μια έντονη τάση για αλλαγές στον τομέα της γνώσης και την κοινωνική πραγματικότητα.

Η πιεστική ανάγκη να γίνει το σχολείο πιο αποτελεσματικό και ικανό να καλύψει τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής δημιούργησε μια προσπάθεια στην κατεύθυνση της αλλαγής της οργανωτικής λειτουργίας του, ιδιαίτερα προς την αναδιοργάνωσή του.

Όμως η προσέγγιση αυτή υπερεκτιμά τη διοικητική οργάνωση παρά τον ανθρώπινο παράγοντα και παραμελεί τη σημασία των πολιτισμικών αλλαγών στο σχολικό περιβάλλον.

Γνωρίζουμε καλά ότι το σχολείο λειτουργεί ως ο μόνος δρόμος για την παροχή γνώσεων και την ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Οι γνώσεις και οι δεξιότητες στην ουσία παραμένουν εγκλωβισμένες σε «παραδοσιακά» πρότυπα, καθώς οι κοινωνικές ανάγκες μεταβάλλονται, επηρεασμένες από πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές επιδράσεις.

Η σύγχρονη εποχή  απαιτεί το σχολείο να προσφέρει, μεταξύ των άλλων δεξιοτήτων, και κοινωνικές δεξιότητες.

Βελτίωση διδακτικού προγράμματος σημαίνει κατά ένα μεγάλο μέρος επιμόρφωση ή αλλαγή στην κατάρτιση και τις εκδηλώσεις συμπεριφοράς του προσωπικού των Σχολείων.

Άρα, διευκόλυνση και στήριξη στην διδακτική βελτίωση σημαίνει ότι διευκολύνομε  να γίνουν ορισμένες αλλαγές  στο διδακτικό προσωπικό,  στους διδακτικούς χώρους και τα μέσα καθώς και  στους σχολικούς ηγέτες.

Οποιαδήποτε συνειδητή αλλαγή  στην μέθοδο διδασκαλίας του εκπαιδευτικού ή  στην επιλογή και χρήση των διδακτικών μέσων αρχίζει όταν αυτός αισθανθεί αίσθημα ανικανοποίητου με ό,τι κάνει. Όταν αντισταθμίζει τις ενέργειές του και δεν είναι ικανοποιημένος από την εκτίμηση των αποτελεσμάτων.

Το ανικανοποίητο είναι η πρώτη φάση της πορείας αλλαγής προς βελτίωση και είναι αποτέλεσμα της συνεχούς εκτίμησης των ενεργειών τις οποίες καθένας εκπαιδευτικός κάνει.

‘Όταν αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ του τι ο εκπαιδευτικός βλέπει να γίνεται και του τι πιστεύει ότι θα μπορούσε να γίνει , αρχίζει να ανησυχεί, να κινείται για να αλλάξει τους τρόπους, την μεθοδολογία και τα μέσα διδασκαλίας.

Μελετά, επιμορφώνεται, ερευνά να βρει χρήσιμες πηγές, ώστε να καλύψει το χάσμα μεταξύ του τι γίνεται και του τι πιστεύει ότι θα έπρεπε να γίνεται.

Επιλέγει, οργανώνει και χρησιμοποιεί εκείνες τις μεθόδους οι οποίες νομίζει ότι θα φέρουν το ποθητό αποτέλεσμα, την βελτίωση.

Για να επιτύχει, λοιπόν, η προσπάθεια της αλλαγής για βελτίωση πρέπει οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί να μάθουν πώς να δημιουργήσουν το είδος της ψυχολογικής ατμόσφαιρας η οποία ενισχύει την ειλικρίνεια την ελευθερία αλλά και την ανάληψη ευθύνης για την δοκιμή νέων τρόπων πρακτικής.

Βασικά χαρακτηριστικά της αποτελεσματικότητας μιας συγκεκριμένης πρακτικής θα πρέπει να είναι τα παρακάτω:

  • Η Αγάπη για τους μαθητές, που προσδιορίζεται ως πραγματική, διαρκής, ουσιαστική και έμφυτη.
  • Η διδακτική ικανότητα.
  • Ο ενθουσιασμός.
  • Η θέληση, το μεράκι, η όρεξη για δουλειά, η συνειδητή κλίση («να το θέλει πρώτα η δική σου η ψυχή») και η επιλογή για το επάγγελμα του δασκάλου.
  • Η επικοινωνία.
  • Η αίσθηση του χιούμορ.
  • Η επιμονή και η υπομονή  για την διεκπεραίωση των καθηκόντων, ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του δασκάλου.
  • Η Αυτοαξιολόγηση, στην κατεύθυνση της αυτοβελτίωσης.
  • Η ώριμη, ολοκληρωμένη και ισορροπημένη προσωπικότητα και η ψυχική υγεία του εκπαιδευτικού.

Μια διαφορετική άποψη υποστηρίζει ότι το πρόβλημα της «λειτουργίας»  στο σχολικό περιβάλλον δεν επιλύεται με τον προσδιορισμό τέτοιων χαρακτηριστικών, επειδή δεν επαρκεί η βασική εκπαίδευση των διδασκόντων.

Η άποψη αυτή υποστηρίζει ότι οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί πρέπει να «εκπαιδεύονται» σε ένα περιεχόμενο σπουδών τέτοιο ώστε να τους βοηθά να προσδιορίζουν το τι επιδρά στη σχολική επιτυχία ή αποτυχία των μαθητών και το πώς αυτή επηρεάζεται από τους δασκάλους, την κοινωνικοοικονομική προέλευση, το σχολικό κλίμα και τις πολιτισμικές εμπειρίες.

Οι καθηγητές πρέπει να δημιουργούν ευκαιρίες, όπως ένα μοντέλο προσαρμογής, που να τους καθοδηγεί, ιδιαίτερα στην αρχική περίοδο του διορισμού τους. Εδώ, βέβαια, αναφέρονται στο πρόβλημα του επαναπροσδιορισμού ή επανασχεδιασμού ή της αποτίμησης του περιεχομένου των Προγραμμάτων Σπουδών, της βασικής εκπαίδευσής τους, μια και σημαντικά ζητήματα αναφέρονται σε μια μεταρρύθμιση της εκπαίδευσής τους.

Για να αποτιμηθεί η αποτελεσματικότητα ή μη ενός σχολείου θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ένα σύνολο χαρακτηριστικών, που επηρεάζουν τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης όπως τα παρακάτω:

1) Η διοίκηση του σχολείου λειτουργεί με τη συνεργασία του διευθυντή και του συλλόγου των διδασκόντων. Ειδικά, ο διευθυντής πρέπει να φέρεται σαν ένας προπονητής, ένας συνεργάτης, ένας εμψυχωτής.

2) Υπάρχουν προσδοκίες ότι όλοι οι μαθητές μπορούν να επιτύχουν. Η επιτυχία των προσδοκιών εξασφαλίζεται με τη βοήθεια εποπτικού και διδακτικού υλικού, ώστε η «διδασκαλία» να γίνει «μάθηση».

3) Το αποτελεσματικό σχολείο έχει μια οργανωμένη, σκόπιμη, εργασιακή ατμόσφαιρα, η οποία είναι ασφαλής. Σε αυτό το περιβάλλον λειτουργεί η διαπροσωπική επικοινωνία μεταξύ των μαθητών και των δασκάλων, στηριγμένη στη συνεργασία.

4) Οι δάσκαλοι κατανέμουν το σχολικό χρόνο στη διδασκαλία ουσιαστικών ικανοτήτων, αξιοποιώντας το πρόγραμμα σπουδών.

5) Υπάρχει ένας σαφής στόχος του σχολείου (όραμα) στην κατεύθυνση της συναντίληψης για τα αποτελέσματα, τις προτεραιότητες, την αξιολόγηση και την ευθύνη, αναγνωρίζοντας την ευθύνη του σχολείου για την επίτευξή του.

6) Η σχολική επιτυχία των μαθητών αξιολογείται συχνά μέσα από μια ποικιλία μεθόδων αξιολόγησης. Τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση τόσο της παρουσίας του κάθε μαθητή όσο και του προγράμματος. Αυτά τα αποτελέσματα θα καταδείξουν αν υπάρχει σύνδεση μεταξύ προτιθέμενου, διδασκόμενου και αξιολογούμενου προγράμματος σπουδών.

Το Σχολείο σήμερα δεν αρκείται στις πηγές του προσωπικού του Σχολείου, αλλά προσπαθεί να φέρει μέσα στο σχολείο πολλούς από τους παράγοντες της κοινωνίας και πολλά από τα ποικίλα τεχνικά μέσα της.

Αλλά ποιο μέσο ή ποια ανακάλυψη μπορεί να αντικαταστήσει την προσωπικότητα του εκπαιδευτικού;

Ποιο μέσο μπορεί να κοιτάξει κατευθείαν στα φωτεινά μάτια των παιδιών , ή να εκφραστεί με χαμόγελο και ανάλογες απαντήσεις στις πλέον ανέμελες ερωτήσεις των μαθητών; Αυτό είναι έργο μόνο του εκπαιδευτικού.

Ο εκπαιδευτικός όμως σήμερα , όσο κι αν προσπαθήσει δεν μπορεί να είναι ενημερωμένος και να αντικαταστήσει τις πολυποίκιλες πηγές της κοινωνίας.

Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να είναι γιατρός , δικηγόρος , αστρονόμος, ποιητής , τεχνικός , ή να έχει κάνει ειδικές σπουδές στην τέχνη , την κοινωνιολογία και να είναι κοσμογυρισμένος.  Όλος αυτός ο κόσμος περιμένει έξω από το Σχολείο.

Έργο του Σχολείου είναι να φέρει αυτή την κοινωνική πραγματικότητα, αυτές τις ανθρώπινες πηγές μέσα στο Σχολείο , στην κατάλληλη ώρα και με τους σωστούς όρους, ώστε να εμπνεύσει τα παιδιά , να τα οδηγήσει στην έρευνα και στην αυτενέργεια και τελικά να βελτιώσει τη μάθησή τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *