Οι ψαράδες του μώλου

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Σας εξομολογούμαι ότι εγώ, ο εραστής των αγρίων παραλιών, περιφρονούσα – τρόπος του λέγειν – τους ψαράδες που κατά δεκάδες μαζεύονταν στους μώλους για να ψαρέψουν μουρμούρια, μέχρι που έγινα κι εγώ φανατικός του είδους και κάθε πρωί πριν πάω στο γραφείο, πήγαινα να ρίξω μερικές πεταχταριές απίκο, να πιάσω μερικά μουρμούρια και ξέροντας τον απίστευτο μεταβολισμό των ψαριών, να τα τηγανίσω και να τα φάω καθαρότατα το ίδιο μεσημέρι.

Τόσο φανατικός έγινα, να φανταστείτε ότι πήγαινα στη Σούδα των Χανίων και στις αλυκές της Ελούντας για να μαζέψω καραβιδάκια (το τέλειο δόλωμα).

Η επιχείρηση Λιμενοψαράδες εξελισσόταν κανονικά. Είχαμε ανακαλύψει ότι τα μουρμούρια αρέσκονταν στα μύδια κι έτσι είχαμε οπλιστεί όλοι μας με τεράστιες «ξύστρες» με τις οποίες ξύναμε τα ύφαλα του μώλου για να πέσουν κάτω τα μύδια και να μαζευτούν τα μουρμούρια. Σε δυο χρόνια είχαμε κάνει λαμπίκο όλη τη λιμενική λεκάνη κι αρχίσαμε να ξύνουμε τα ελλιμενισμένα σκάφη, προς μεγάλη φυσικά ικανοποίηση των ιδιοκτητών τους. Μετά μαζευόμαστε στο καφενείο του Γιώργη του Τζεπεσάκη, να πιούμε καφέ, να κάνουμε λίξη στα αλιεύματα και να πέπσουμε μετά να πάμε καθυστερημένοι στις δουλειές μας.

Αντίπαλοί μας ήταν οι ψαράδες των «μεγάλων προσδοκιών». Αυτοί δηλαδή που ψάρευαν ζαργάνες μέσα στο λιμάνι, τις ξαγκίστρωναν προσεκτικά κι έτρεχαν να τις δολώσουν σε πετονιές – με χοντρή μεχίνα – που είχαν έτοιμες κοντά στο παλιό ακρομώλιο. Αυτοί πήγαιναν για «χοντρές μπουκιές» καμιά λαμπούκα δηλαδή, καμιά κατσογρά ή και κανένα μαλιάτικο.

Μπροστά μου είχε αλιευθεί κάποτε ένα μαγιάτικο που ξεπερνούσε τα 45 κιλά!

Τώρα, η φυλή των μουρμουροκυνηγών εξαφανίστηκε. Απομένουν μόνο οι ψαράδες του μώλου. Ο Θεός να τους έχει καλά.