Οι κουραδομαγκιές

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Καραγκιόζης: (Φωνάζει) Μπάρμπα, ε, μπαρμπούλη! Κατέβα κάτω που έχω κάτι να σου πω.

Μπαρμπαγιώργος: Τι θες ωρέ ζουλάπι; Πάλι δανεικά θα ζητήσεις;

Καρ.: Όχι, μωρέ μπάρμπα. Μα να: Ο Μανούσος νυμφεύεται και μας κάλεσε να πάμε στο γάμο του.

Μπαρ.: Και πού μωρέ παντρολογιέται;

Καρ.: Στην Κρήτη, στο χωριό του. Μας κάνει και τα εισιτήρια.

Μπαρ.: Καλά να ‘ναι. Και πώς θα πάμε;

Καρ.: Με το αεροπλάνο μπάρμπα.

Μπαρ.: (Του δίνει μια με τη γκλίτσα) Τι λες μωρέ ανεπρόκοπε που θα μπω εγώ σ’ αυτό το πράμα!

Καρ.: Καλά ντε, μη βαράς, θα πάμε με το βαπόρι.

Μπαρ.: Το σκυλοπνίχτη, μωρέ; Έστω. Και θα ‘ρθει και κανείς άλλος;

Καρ.: Ο Χατζηχαβιάρης κι ο Σταύρακας.

Μπαρ.: Καλά. Θα σε δω στο σκυλοπνίχτη.

(To βράδυ η τετράδα επιβιβάζεται στο πλοίο. Ο καιρός όμως είναι ανακατωσούρης κι ο Μπαρμπαγιώργος λέξη άλλη δεν έβγαλε παρά το “όι όι μάνα μου, όι όι μάνα μου”. Το πρωί έρχεται ο Μανούσος με ένα 4Χ4 φορτηγάκι και τους παραλαμβάνει).

Μανούσος: Καλωσορίσατε μωρέ κοπέλια. Πάμε ίσα για το χωριό να φάτε και πράμα να σταθείτε στα πόδια σας.

Καρ.: Πάμε, Μανούσο, πάμε.

(Φτάνουν. Τα τραπέζια είναι στρωμένα και τα καλούδια εξαφανίζονται από τη βουλιμία του Καραγκιόζη. Μετά το γάμο κάθονται και πάλι για να ξαναφάνε. Τρώνε οφτό και αντικριστό, τρώνε γαμοπίλαφο και μακαρόνια με ανθότυρο, ύστερα τους φέρνουν το καρπούζι, το τρώνε κι αυτό μέχρι που δεν μπορούν πια να σαλέψουν).

Σταύρακας: Αδερφάκι Μανούσο είσαι κι ο πρώτος να πούμε. Να κι εγώ τι θα κάνω για χατήρι σου. (Βγάζει ένα πιστόλι κι αρχίζει να πυροβολεί στον αέρα).

Μαν.: Ήντα κάνεις μωρέ εκειά; Φάε αυτή, φάε και την άλλη. Άι σιχτίρ ρε που ‘ρθες να μου χαλάσεις το γάμο! Φάε μια χουρχουδιά ακόμη και δωσ’ όξω. Κουραδόμαγκα, ε, κουραδόμαγκα!