Μια κοινωνία χωρίς ιδανικά, μια κοινωνία με κρίση ταυτότητας

Γιάννης Ζωγραφάκης
Γιάννης Ζωγραφάκης

Μια κοινωνία η οποία είναι δομημένη χωρίς αρχές, είναι μια κοινωνία η οποία είναι επόμενο να καταρρεύσει γιατί δεν μπορεί να έχει την απαραίτητη συνοχή αλλά και τις ασφάλειες που χρειάζεται για να μπορέσει να αμυνθεί σε οποιαδήποτε κρίση έρθει στον δρόμο της.

Αυτό έγινε και με την Ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια.

Δεν είναι η οικονομική κρίση που την χτύπησε, είναι η ίδια της η συνοχή που εδώ και πολλά χρόνια παλεύει να αυτοκαταστραφεί και φαίνεται πως τελικά το κατάφερε.

Δείγματα τύπου Κωστόπουλου που λένε πως ξεβλάχεψαν τους Έλληνες δεν είναι τυχαία και δεν φταίει ο πρώην μεγαλοεκδότης για αυτή την κατάντια και ο ίδιος είναι θύμα αυτής της κουλτούρας που έχει μολύνει την γενιά του αλλά και τις επόμενες γενιές.

Όταν η κουλτούρα και το Life Style σου στηρίζεται σε μια ζωή εν είδει σαπουνόπερας και έχεις κτίσει τα όνειρα σου πάνω σε αυτήν την ψεύτικη καθαρά υλική εικόνα, δύο είναι οι πιθανότητες, η πρώτη και η πιο συνηθισμένη είναι να μην καταφέρεις ποτέ να αποκτήσεις αυτά τα πολυπόθητα αγαθά που θα σου επιτρέψουν να δείξεις στους άλλους το ποιος είσαι και η δεύτερη να τα καταφέρεις και μετά να παλεύεις με νύχια και με δόντια να κρατήσεις όχι αυτά που πραγματικά χρειάζεσαι αλλά αυτά που για κάποιο λόγο πρέπει να συντηρείς για να είσαι κάποιος.

Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι θα πέσεις σε κατάθλιψη, δεν θα έχεις άμυνες και φυσικά δεν θα μπορείς να κρίνεις με καθαρό μυαλό τα πράγματα, εφόσον η εικόνα που έχεις κτίσει για τον εαυτό σου αλλά και για τον τρόπο ζωής που πρέπει να έχεις θα είναι ψεύτικη και θολή.

Χρόνια τώρα παράγονται γενιές ανθρώπων με αυτά τα «ιδανικά» και το αποτέλεσμα είναι να ζούμε σε μια κοινωνία άπορων νεόπλουτων οι οποίοι δεν θα καταδέχονταν ποτέ να «λερώσουν» τα χέρια τους αλλάζοντας τον τρόπο ζωής τους για να βελτιώσουν την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν.

Εκεί κάπου ήρθε και η οικονομική κρίση. Το μεγαλείο του νεοφιλελευθερισμού πάτησε πάνω σε αυτή την αδυναμία της ακόρεστης δίψας για κάτι ξένο και κενό.

Μια όμορφη κοπέλα δεν ήθελε πλέον να είναι μια όμορφη κοπέλα αλλά ένα εν δυνάμει μοντέλο και ένας άντρας δεν ήθελε να γίνει απλά ένας κύριος αλλά ένας μάτσο τύπος από αυτούς που αναγνωρίζονται ως πρότυπα από τα ΜΜΕ και τα παρελκόμενά τους.

Πως λοιπόν αυτός ο άντρας ή αυτή η κοπέλα θα καταδεχόταν να γίνει κάτι λιγότερο από αυτό; Φυσικά και οι περισσότεροι έγιναν πολύ λιγότερο από αυτά, όμως πάντα έμενε μέσα τους αυτή η ηλίθια ενοχή της αποτυχίας από το όνειρο που ποτέ δεν κατάλαβαν ότι δεν είναι καν δικό τους αλλά το ψεύτικο όνειρο μιας καλοστημένης κοινωνικής απάτης.

Αυτή ήταν η γενιά του Κωστόπουλου και αυτές ήταν και οι επόμενες γενιές όπως και η δική μου, θύματα αυτής της νοοτροπίας και αυτές οι γενιές έκαναν παιδιά τα οποία μεγάλωσαν όχι ακριβώς με αυτά τα πρότυπα αλλά με την θλιβερή ανάμνηση τους και από ανθρώπους που βρέθηκαν εδώ και χρόνια στα πρόθυρα της κατάθλιψης εξαιτίας αυτών των ψευδεπίγραφων ονείρων.

«Έχω τα δικά μου προβλήματα» Αυτή είναι μια ατάκα που είτε έχει ειπωθεί, είτε έχει εννοηθεί είναι μέρος της κουλτούρας μας αλλά και τις κουλτούρας των παιδιών μας γιατί εμείς τους την μάθαμε και τους την μάθαμε γιατί ποτέ δεν κοιτάξαμε λίγο πέρα από την μύτη μας και τις δικές μας ανασφάλειες.

Όποιος λοιπόν έχει τα δικά του προβλήματα, ποτέ δεν θα κάτσει να κοιτάξει τα προβλήματα των παιδιών του ή της υπόλοιπης κοινωνίας, θα ασχοληθεί με τα δικά του σύνδρομα και τις δικές του εμμονές και εφόσον έχει απογόνους θα τους μάθει αυτή την νοοτροπία.

Οι εποχές έχουν αλλάξει, όμως η νοοτροπία παραμένει ίδια και έτσι αντί πλέον να παρκάρουν οι γονείς της γενιάς μου τα παιδιά τους κάπου ή να τα φορτώνουν με χαρτζιλίκια για να εξαγοράσουν την αδιαφορία τους ως προς αυτά, σήμερα τα ταΐζουν με ηλεκτρονικά μέσα όπως τηλέφωνα και άλλες υψηλής τεχνολογίας συσκευές και τα αφήνουν παρκαρισμένα να ταξιδεύουν σε έναν ακόμα πιο χαοτικό κόσμο, αυτόν του διαδικτύου και των τσατ με αποτέλεσμα τα σημερινά παιδιά να έχουν μια διαφορετικού τύπου κατάθλιψη αλλά με την ίδια ποιότητα.

Μπορεί λοιπόν οι εποχές να άλλαξαν αλλά η νωθρότητα και η κατάθλιψη παραμένει ίδια και ίσως τα πρότυπα της νέας εποχής να είναι διαφορετικά από ότι στην δική μου γενιά αλλά παραμένουν το ίδιο ψεύτικα.

Ναι η γενιά του Κωστόπουλου μας «ξεβλάχεψε» και δημιούργησε Έλληνες που ως μη βλάχοι που είναι δεν έχουν και καμία σχέση με την πατρίδα τους. Η επόμενη όμως γενιά όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πατρίδα της, γίνεται πολλές φορές και εχθρός της, όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο αλλά επειδή είναι θέμα μόδας και «ομορφιάς» ένα είδος αναγνώρισης ενός πετυχημένου ιδεολογικά ανθρώπου ο οποίος στην ουσία δεν έχει κάνει κάτι άλλο στην ζωή του αλλά είναι κατήγορος για την κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε.

Σε μια τέτοια κοινωνία λοιπόν γιατί να μην επιβληθούν μνημόνια και γιατί οι πολίτες της να μην τα δεχθούν, εφόσον ο κάθε ένας κοιτάει απλά την πάρτη του, δεν έχει καμία διάθεση να λερώσει τα χέρια του και δεν γουστάρει καθόλου να σώσει αυτό που του χτυπάνε, δηλαδή την πραγματική ταυτότητά του και τον τόπο του.

Ακούω πολύ συχνά για τους νέους οικονομικούς μετανάστες της χώρας μας, για τα νέα παιδιά που πάνε στο εξωτερικό να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Όμως πόση διαφορά είχε ο μετανάστης το ’60 ο οποίος πήγαινε στην Γερμανία για να γίνει εργάτης σε ένα εργοστάσιο και πόση διαφορά έχει ο νέος σήμερα που θα πάει στην Γερμανία με την ελπίδα ότι θα γίνει υπάλληλος γραφείου σε κάποια πολυεθνική.

Οι εποχές έχουν αλλάξει και εμείς απλά δεν θέλουμε να το δεχτούμε και η κρίση η όποια κρίση μπορεί να ξεκινάει από κάποιου άλλου το λάθος, όμως η συντήρηση της οφείλεται σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό και στην δική μας νοοτροπία.

Comments

  1. Oraia ta lete re    

    Μπράβο! πάρα πολύ ωραίο κείμενο. 🙂

    Στην ερώτησή σας πάντως :

    > Όμως πόση διαφορά είχε ο μετανάστης το ’60 ο οποίος πήγαινε στην Γερμανία για να γίνει εργάτης σε ένα εργοστάσιο και πόση διαφορά έχει ο νέος σήμερα που θα πάει στην Γερμανία με την ελπίδα ότι θα γίνει υπάλληλος γραφείου σε κάποια πολυεθνική.

    … η απάντηση είναι μάλλον «τεράστιες διαφορές».

    Εν πρώτοις οι μετανάστες το ’60 πήγαιναν για να επιβιώσουν όχι μόνο αυτοί, αλλά και οι οικογένειές τους. Σήμερα η οικονομική μετανάστευση είναι, κυρίως, ατομικόκεντρική (*) . Πάνε «για να κάνουν καριέρα» αλλά μόνο για τους ίδιους. Πίσω, οι περισσότεροι, δεν έχουν αφήσει ανύπανδρες αδερφές, συζύγους και παιδιά (όπως ήταν η κοινωνική εικόνα του ’60 με τις τεράστιες οικογένειες και τις υποχρεώσεις του αδερφού). Οχι, έχουν αφήσει πίσω συνήθως γονείς που έχουν κάποια εργασία/σύνταξη/έσοδα και μπορούν να επιβιώσουν μόνοι τους.

    Από αυτή τη βασική διαφορά, του ατομικοκεντρισμού, πηγάζουν και όλες οι υπόλοιπες μεταξύ των δύο εποχών, αλλά καλύτερα να μην το αναλύσουμε παραπάνω.

    (*) ναι, ναι, η σωστή ορολογία είναι «ατομοκεντρική» αλλά βρίσκω πολύ πιο ακριβή την δημιουργία της σύνθετης λέξης από τον «ατομιστή», παρά απο το «άτομο».

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.