Μια αληθινή ιστορία

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Ο αείμνηστος Μενέλαος Παρλαμάς δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος που μου έμαθε να αγαπώ την ελληνική γλώσσα. Ήταν και συνοδοιπόρος μου στο κυνήγι – παρόλο που το συνοδοιπόρος είναι μάλλον υπερβολικό γιατί τότε εγώ μέχρι να πεις κύμινο ήμουνα στην κορφή του βουνού κι αυτος στις ρίζες του.

Μια φορά λοιπόν βάλαμε στοίχημα ποιός θα πιάσει τον πρώτο λαγό. Το κανε ο διάολος και μόλις κι είχαμε τελειώσει τη συμφωνία πατά ο δάσκαλος σε μια αστιβίδα και πετιέται από μέσα μια λαγουδάρα που ο σκύλος μου έψαχνε λίγο παρακάτω. Μέχρι όμως να φέρει αυτός τον τσιφτέ του στον ώμο εγώ του είχα αμολήσει μια κι είχε πάρει τρεις τούμπες ο κακομοίρης.

– Κέρδισα! είπα στον καθηγητή μου.

– Κέρδισες μεν αλλά με ατιμία δε. Έπρεπε να με αφήσεις να τον πυροβολήσω πρώτος.

Φυσικά διαφωνήσαμε αλλά δε μου ρχόταν κιόλας απ’ το σεβασμό που του είχα να υψώσω τον τόνο της φωνής μου κι έτσι λυσασμένος άρχισα να κλωτσώ τις πέτρες.

Κλώτσα – κλώτσα μια πέρδικα πετάχτηκε και με το μπαμ το δικό μου όπως έπεσε σε ένα ασπάλαθο έδιωξε κι ένα λαγό, που είχε αξέχαστα ένα τεράστιο προγούλι. Κι άλλο μπαμ και δεύτερος λαγός κι η πέρδικα στο σακούλι μου. Δεν πανηγύρισα αλλά ούτε και γύρισα την πλάτη μου στον κύριο Παρλαμά από το φόβο μήπως και φάω καμιά μπαταριά και πάω καλιά μου.

Όταν τον είδα όμως χαμογελούσε και απλώς μου είπε:

– Ε, πού θα πάει; Θα ρθει κι η σειρά μου.

Την άλλη μέρα το πρωί μας παρέδωσε τα τετράδια των εκθέσεων όπου είχαμε γράψει κάτι για τον Μέτερνιχ. Ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό κοσμούσε τη σελίδα μου. Αγανάκτησα.

– Γιατί μηδέν κύριε καθηγητά; Τόσο κακός ήμουνα;

– Όχι ρε Κωστή – έτσι με έλεγε – ο βαθμός σου είναι μείον δυο λαγούς και μια πέρδικα. Αλλά φέρε το τετράδιο σου γιατί μάλλον ξέχασα ένα δυάρι από μπροστά.

Αυτός ήταν ο μέγας Μενέλαος Παρλαμάς