Με αφορμή την επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη για το Μακεδονικό

Γιάννης Ζωγραφάκης
Γιάννης Ζωγραφάκης

Αφορμή για τον παρόν άρθρο είναι η επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη και οι ανησυχίες που εκφράζει μέσα σε αυτήν.

Δεν μπορώ να πω ότι συμφωνώ με όλες τις πολιτικές απόψεις του μεγάλου Έλληνα συνθέτη αλλά αυτή την φορά αισθάνομαι περίπου τον ίδιο κίνδυνο που εκφράζει και ο ίδιος.

Λόγω του ότι η επιστολή έχει δημοσιευθεί σε όλο το διαδίκτυο δεν χρειάζεται να αναδημοσιευθεί και εδώ αλλά μπορείτε να την διαβάσετε εδώ και να σχηματίσετε την δική σας γνώμη.

Θα μείνω σε μια φράση της επιστολής (και φτάσαμε στο θλιβερό σημείο που μας θίγει ως λαό, να είμαστε αναγκασμένοι να απολογούμεθα για τον πατριωτισμό μας) η οποία δυστυχώς δίνει το στίγμα της εποχής στην οποία ζούμε.

Γιατί άραγε σήμερα χρειάζεται να απολογηθούμε για κάτι αυτονόητο, κάτι που πριν κάποια χρόνια εθεωρείτο βασικό στοιχείο της συνείδησης μας.

Πως φτάσαμε αλήθεια στο σημείο να αισθάνεται ο Έλληνας υπόλογος κάποιου ειδεχθούς εγκλήματος αν απλά θέλει να εκφράσει την αγάπη του για την πατρίδα του;

Είναι μια τακτική χρόνων η οποία τώρα δίνει τους κακούς της καρπούς.

Μια τακτική η οποία εντελώς προβοκατόρικα δούλεψε υπογείως επί χρόνια και φτάσαμε σήμερα σε αυτό το κακό σημείο.

Πριν μερικά χρόνια το να είσαι εθνικά συνειδητοποιημένος ήταν μια αυτονόητη πραγματικότητα η οποία δεν υπήρχε περίπτωση να πληγεί, έτσι ξεχάστηκε η ανάγκη της.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή έπαιξε και το σύστημα παιδείας μας το οποίο χρόνο με τον χρόνο άλλαζε σταδιακά, βγάζοντας μέσα από τα βιβλία την υποτιθέμενη προπαγανδιστική για τα Ελληνόπουλα εκπαίδευση φτάνοντας στο σημείο πριν λίγο καιρό να μιλάμε για συνωστισμό στην Σμύρνη τον Σεπτέμβριο του 22.

Ήταν η εποχή των παχιών αγελάδων, χρήμα από δανεισμό και εύκολη ζωή, η Γαλανόλευκη κυμάτιζε αγέρωχη και όλοι ήταν σίγουροι πως θα συνεχίσει να κυματίζει.

Εκείνη την εποχή το μόνο που ενδιέφερε τον Έλληνα ήταν ένα ακριβό αμάξι, ίσως κάποιο κινητό τελευταίας τεχνολογίας, να δείξει στον γείτονα και στον ξάδερφο πόσο καλά περνάει.

Ήταν η εποχή των πρώτων μεταναστών, κυρίως από το Ανατολικό μπλοκ και από χώρες γειτονικές, όπως η Αλβανία.

Φτηνοί εργάτες κατέκλυσαν την αγορά και αυτό τότε βόλευε όλους.

Χωρίς ασφάλεια και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, έκαναν τις δουλειές που οι Έλληνες λόγω βαρεμάρας και ευζωίας είχαν πλέον αφήσει πίσω τους. Μια συμφέρουσα για εμάς συναλλαγή και η Γαλανόλευκη συνέχιζε να είναι αγέρωχη.

Σιγά μην καθίσω να μιλάω για την πατρίδα. Το σύνδρομο της ψωροκώσταινας που υπήρξε σήμα κατατεθέν του Έλληνα για δεκαετίες άρχισε να γιγαντώνεται.

Πλέον ήμασταν αφεντικά, δεν ανήκαμε στους Βαλκάνιους, είχαμε αρχίσει να παίρνουμε έναν Ευρωπαϊκό αέρα πιο φιλελεύθερο. Σιγά μην κάτσω να ασχοληθώ με την Γαλανόλευκη που κυματίζει εκεί ψηλά αγέρωχα.

Η πλέον όχι και τόσο αγέρωχη Γαλανόλευκη άρχισε να μην ταιριάζει αισθητικά με τον Δυτικό Ευρωπαϊκό αέρα της προόδου και του Ευρώ που αντικαθιστά το εθνικό νόμισμα.

Πριν μερικά χρόνια το να είσαι εθνικά συνειδητοποιημένος ήταν μια αυτονόητη πραγματικότητα η οποία δεν υπήρχε περίπτωση να πληγεί, έτσι ξεχάστηκε η ανάγκη της.

Ναι τώρα ο Έλληνας είναι ένα ισότιμο μέλος του Ευρωπαϊκού σαλονιού, μπορεί να έχει ξεχάσει να παράγει, να μην έχει γεωργία, κτηνοτροφία, να έχει αποστρέψει το βλέμμα του από την Θάλασσα το στοιχείο εκείνο που θα μπορούσε να τον κάνει ισχυρό και πλούσιο, να μην έχει βιομηχανία, αλλά έχει χρήμα και μπορεί με την ταυτότητα του να μπει στην Ευρώπη, σε όποιο κράτος θέλει.

Τελικά το να είσαι μέλος μια διεθνούς κοινότητας έχει περισσότερη πλάκα από το να έχεις εθνική συνείδηση και η Γαλανόλευκη όχι μόνο δεν ταιριάζει με αυτό το Ευρωπαϊκό προφίλ, μάλλον πρέπει να αρχίσει να ξεχνιέται σιγά σιγά γιατί τα χρώματα της δεν ταιριάζουν με τα χρώματα του Δυτικού ονείρου.

Ήταν η εποχή που ακούγονταν άναρθρες, σκόρπιες εθνικιστικές κραυγές από κάποιους τότε γραφικούς τύπους οι οποίοι φρόντισαν να καπηλευτούν την Γαλανόλευκη εκεί που ο υπόλοιπος κόσμος είχε φροντίσει επιμελώς να την ξεχάσει.

Πλέον βρομούσε το Εθνικό φρόνιμα, είχε γίνει κάτι εκτός μόδας και κανείς δεν είχε συμφέρον να το ακολουθήσει γιατί εκτός των άλλων θα ταυτιζόταν και με αυτούς τους 10 ηλίθιους με τα ξυρισμένα κεφάλια και τα ναζιστικά σύμβολα.

Όλοι είχαμε φάει ψωμί από τον σοσιαλισμό και την μεταπολίτευση και πως θα ανασκευάσουμε την θεωρία της ζωής μας; Ας είναι καλά ο σοσιαλισμός και η αριστερή οπτική των προηγούμενων χρόνων.

Και ερχόμαστε στο σήμερα, σε μια Ελλάδα υποδουλωμένη, χρεωμένη με μια Γαλανόλευκη η οποία επιμένει να κυματίζει, αρχίζουν πάλι οι Έλληνες να την κοιτάνε γιατί είδαν ότι η Ευρωπαϊκή ταυτότητά τους ήταν ένα παραμύθι το οποίο έσβησε.

Όμως τόσα χρόνια άρνησης πως θα δικαιολογηθούν; Με τι τρόπο ο Έλληνας θα βρει πάλι μια ταυτότητα για να συνεχίσει να υπάρχει και να σέβεται τον εαυτό του;

Τώρα πλέον θέλει θάρρος και γνώση για να κοιτάξεις την Γαλανόλευκη γιατί πλέον από την δική μας βλακεία υιοθετήσαμε μια άλλη κοσμοθεωρία.

Μερικοί έχουν σήμερα το θάρρος να το κάνουν, όμως την γνώση για να μην αισθάνονται απολογούμενοι για αυτό, την έχουν ελάχιστοι.