Καλώς τον το Βορρά

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Ξύπνησε ο “χιονόμαλλος Βασιλεύς του χειμώνος”, κοίταξε γύρω του να δει αν πόμεινε καμιά παλλακίδα να την περιποιηθεί δεόντως, όλες εντάξει ήτανε κι άρχισε να βηχουλίζει. Βαριόταν κιόλας, ήταν και τσαντισμένος με τον Νότο που του έκανε τον παλικαρά τις τελευταίες μέρες, κι είπε να κατέβει μέχρι την Κρήτη, να φάει κανένα λουκάνικο και να αναντρανίσει.

Αγρίεψε κι η θάλασσα που τον συνόδευε, τα βάλανε με τον Κούλε στο λιμάνι του Ηρακλείου και όπως εκατοντάδες χρόνια τώρα, το ίδιο τους έκανε.

Ο Βορράς πήρε την 25η Αυγούστου απάνω κι έκανε τους υποτακτικούς του να τουρτουρίζουν όπως ήταν πρωί – πρωί μάλιστα.

Κατέβηκε στη Μεσσαρά, συνάντησε εκεί τον Νότο και τον τσαλαπάτησε, βγήκε στο νότιο Κρητικό κι αφού βαρέθηκε τη βόλτα, πήγε και θρονιάστηκε στην κορφή του Ψηλορείτη να βλέπει γύρω του και να αναγαλλιάζει η ψυχή του.

Λυπήθηκε βέβαια κάποιες αμυγδαλιές, που είχαν ήδη ανθίσει αλλά σκέφτηκε ότι όσα και να τους έχει κάνει αυτές δεν απαρνιούνται την ανοησία τους.

Ξάνοιξε προς τις κάτω μεριές ακόμα κι είδε τους πασπαρίτες ξεπαγιασμένους κι αυτούς να προσπαθούνε να μαζώξουνε τις ελιές, τους λυπήθηκε κι έστειλε ένα – δυο ριπές να κάνουν σε δευτερόλεπτα τη δουλειά των ραβδιστικών.

Ύστερα είπε: – Καλά πάει το βασίλειο από τις Μαδάρες μέχρι και τη Δίκτη. Άντε λοιπόν να αμολάρω πριν κάνω και καμιά ζημιά χωρίς να το θέλω.