Η ωραιοποίηση του Τσώρτσιλλ

Μιχάλης Παπαχατζάκης
Μιχάλης Παπαχατζάκης

Μετά τη «Δουνκέρκη», η «Πιο σκοτεινή Ώρα». Είναι αξιοπερίεργη η χρονική σύμπτωση αυτών των δυο ταινιών που πραγματεύονται την στάση της Μεγάλης Βρετανίας κατά το αρχικό στάδιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Θα μπορούσε κανείς βέβαια να πει ότι οι προβολές διαδέχτηκαν η μια την άλλη ώστε η δεύτερη να εκμεταλλευτεί την εμπορική επιτυχία της πρώτης. Όμως αυτές οι δύο πραγματοποιήθηκαν σχεδόν παράλληλα. Έπιασε πρεμούρα τους Βρετανούς παραγωγούς να αφηγηθούν (σύμφωνα με την οπτική της επίσημης ιστορίας τους) κάποια σημαντικά στιγμιότυπα του πολέμου στα οποία πρωταγωνίστησαν και να του δώσουν μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ όση είχαν; Πιθανόν να θέλουν να τονώσουν το εθνικό φρόνιμα των θεατών τους, παράλληλα με την επιδίωξη του κέρδους από ένα θέμα δημοφιλές και γνωστό. Συνήθως αυτά δεν επεξηγούνται από τους συντελεστές. Όμως υπάρχουν ενστάσεις με την ωραιοποίηση που επιχειρείται και στην μια και στην άλλη ταινία.

Μπορεί η Μεγάλη Βρετανία, κηρύσσοντας τον πόλεμο στη χιτλερική Γερμανία στις 3 Σεπτεμβρίου του 1939, να ξεκίνησε την γενικευμένη σύγκρουση (θέλοντας να υπερασπιστεί τη φιλική προς αυτήν κυβέρνηση της Πολωνίας), όμως αυτή που την τελείωσε ήταν η Σοβιετική Ένωση. Η συντριβή του χιτλερισμού οφείλεται σ’ αυτήν. Σημαντική συμβολή είχαν και οι ΗΠΑ. Με πολεμικό υλικό μέχρι και το 1942, το οποίο έστελναν στη Σοβιετική Ένωση και (κυρίως) στην Αγγλία, όχι δωρεάν φυσικά-παρά την αντίθετη αίσθηση που έχει ο κόσμος- και με στρατεύματα στη συνέχεια. Αυτά δηλαδή που κερδίζουν έναν πόλεμο.

Μέχρι το 1942 η Αγγλία δεν συγκρούστηκε μετωπικά και ουσιαστικά με τους Γερμανούς. Οι αψιμαχίες ήταν κυρίως στη θάλασσα («η Μάχη του Ατλαντικού») και στον αέρα («η Μάχη της Αγγλίας»), ενώ στην ξηρά-και σε ξένο έδαφος μάλιστα-οι αναμετρήσεις ήταν μικρής κλίμακας, συγκριτικά με την ανθρωποσφαγή της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσσα». Η Αγγλία στον πόλεμο, συνολικά και αντικειμενικά αν το δει κανείς, έπαιξε λιγότερο καθοριστικό ρόλο απ’ τους δυο μεγάλους συμμάχους της.

Οι Εγγλέζοι ιστορικοί νιώθουν άσχημα γι αυτό, που η χώρα τους έχασε την πρωτοκαθεδρία (από τους Αμερικάνους). Αμέσως μετά η αυτοκρατορία θα κατέρρε κιόλας. Για αυτό κεντράρουν στα στιγμιότυπα που ο ρόλος τους ήταν κεντρικός: Στην απόφαση του βασιλιά της Αγγλίας να αντικαταστήσει τον τυχοδιώκτη Νέβιλ Τσάμπερλαιν με τον πιο αποφασιστικό Ουίνστον Τσώρτσιλλ, και όχι με τον ενδοτικό Λόρδο Χάλιφαξ, μια μόλις μέρα πριν την εισβολή της Βέρμαχτ στη Γαλλία. Εκείνη την στιγμή παιζόταν η γεωπολιτική θέση της Αγγλίας στη διαφαινόμενη «Νεα Τάξη Πραγμάτων» που υλοποιούσε ο Χίτλερ. Περιφερειακή ή κεντρική; Ο Τσώρτσιλλ απάντησε: θα προσπαθήσουμε να μην περιθωριοποιηθούμε και βλέπουμε.

Υποτίθεται ότι η απόφαση αυτή έκρινε τον πόλεμο. Αυτό είναι μια τεράστια υπερβολή. Η πολεμική μηχανή του Χίτλερ είχε δρομολογήσει όλες τις ενέργειες της στους δυο βασικούς άξονες:

  • Την «σταυροφορία» κατά του μπολσεβικισμού, για την οποία η Μεγάλη Βρετανία δεν είχε αντίρρηση.
  • Την αποκατάσταση της ισχύος της Γερμανίας στην Ευρώπη επί των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τσάμπερλαιν το δέχτηκε, όμως ο Χίτλερ το πήγε παραπέρα διαβλέποντας τις αδυναμίες των Αγγλων και των Γάλλων: στην πολιτική συντριβή τους. Όχι όμως και στην στρατιωτική συντριβή τους, βλέπε Δουνκέρκη.

Ο πρώτος άξονας δεν απαιτούσε τον δεύτερο. Και τελικά τις συντριπτικές ήττες, αυτές που πραγματικά έκριναν όλον τον πόλεμο, ο Χίτλερ τις εισέπραξε στο Ανατολικό Μέτωπο.

Όμως έκρινε τη θέση της Αγγλίας στο πλευρό των μετέπειτα νικητών. Και για αυτό ήταν σημαντική η συμβολή του Τσώρτσιλλ, ο οποίος εκτίμησε ότι αργά η γρήγορα η Αμερική θα αναμιγνυόταν και μέχρι τότε έπρεπε να αντέξουν. Γιατί επέτρεψε στη χώρα του να προσπαθήσει να διατηρήσει μεταπολεμικά τις αποικίες της και τα πολιτικά της ερίσματα σε μια σειρά από χώρες. Αυτό η ιστορία σωστά του το πιστώνει.

Ο Τσώρτσιλλ ήταν πρωταγωνιστής μιας χρήσης, όπως αποδείχτηκε. Αμέσως μετά τον πόλεμο έχασε τις εκλογές από τους Εργατικούς, ένα παράδοξο για πολλούς. Γιατί έχασε; Όχι γιατί ο εγγλέζικος λαός «ήταν αχάριστος», όπως λένε οι οπαδοί του Τσώρτσιλλ, αλλά γιατί χρειαζόταν ένα τεράστιο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και η οικοδόμηση ενός κράτους πρόνοιας για όλους αυτούς τους εκατοντάδες χιλιάδες βρετανούς που αποστρατεύτηκαν εν μια νυκτί, έχασαν τα σπίτια τους, τις δουλειές τους και τις περιουσίες τους. Κάτι που ο υπερσυντηρητικός θιασώτης του άκρατου φιλελευθερισμού Ουίνστον Τσώρτσιλλ δεν μπορούσε να εγγυηθεί λόγω ιδεολογίας. Ο «γκρίζος» ρεφορμιστής Κλέμεντ Άττλη που έλεγχε τα συνδικάτα, αντιθέτως, εξασφάλιζε την «κοινωνική ειρήνη», που αν σκεφτεί κανείς τι έγινε αμέσως μετά τον πόλεμο στη δυτική Ευρώπη με τις απεργίες και τις συγκρούσεις καταλαβαίνει την πλήρη ακαταλληλότητα του «λαμπερού» Τσώρτσιλλ να συνεχίσει να ηγείται.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *