Η κυρία που φοβόταν να μην πέσει ανάσκελα

Γιώργος Χρηστάκης
Γιώργος Χρηστάκης

Κάποτε γνώρισα μια κυρία που είχε την ακαταμάχητη εμμονή πως σε κάθε της βήμα παραμόνευε ο κίνδυνος πως θα σωριαστεί και θα πέσει ανάσκελα.

Ο περίγυρός της μάταια προσπαθούσε χρόνια να της αλλάξει την ιδέα.

Όλοι παραδέχονταν πια την αποτυχία τους να την μεταπείσουν.

Το εντυπωσιακό ήταν πως η κυρία είχε καταφέρει να περάσει αυτό τον αθώο φόβο της σε όλους γύρω της, σε σημείο μάλιστα που ανάγκαζε πάντα κάποιον να την ακολουθεί, να προσέχει το πάτωμα σε όλα τα δωμάτια έτσι ώστε η κυρία να περπατάει χωρίς κίνδυνο να πέσει ανάσκελα. Κάποιοι άλλοι σκούπιζαν με μανία την αυλή, να μην μείνει ούτε ίχνος από αυτά που θα μπορούσαν να αφήσουν, οι γάτες, τα σκυλιά, οι κότες και οι χελώνες του κήπου. Ακόμη και τα μπαλάκια του πινκ πονγκ που είχαν σκορπίσει στην βεράντα μάζευαν για να ελαχιστοποιήσουν τον αθώο φόβο της κυρίας αλλά και τον παρελκόμενο κίνδυνο εξ αυτού του φόβου, να πέσει ανάσκελα.

Δυστυχώς όμως όλα αυτά δεν ωφελούσαν σε τίποτα, μιας και η θεία αποφασίζει να διασχίσει τα δωμάτια και όλους τους φροντισμένους χώρους, μετά από πολύωρο επιτόπιο τρίκλισμα, και πολλές οργισμένες κουβέντες προς κάθε διερχόμενο.

Όταν τελικά αποφασίζει να κάνει το πρώτο βήμα, μετακινεί το ένα της πόδι όπως ένας μποξέρ πάνω σε πάτωμα πασαλειμμένο με μέλι.

Μετά το άλλο πόδι μετατοπίζοντας όλο το σώμα με μια κίνηση που στα μωρουδίστικα χρόνια μας θα φαινόταν μεγαλειώδης.

Κάπως έτσι πέρασε ένα ολόκληρο απόγευμα για να μετακινηθεί από την μια πόρτα στην άλλη, με τον φόβο να μην πέσει ανάσκελα να υποβόσκει συνεχώς.

Μετά άρχισαν οι θεωρητικές συζητήσεις, σε μια προσπάθεια να εξηγηθεί αυτός ο φόβος να μην πέσει ανάσκελα, με κάποια σαφήνεια.

Συνήθως αυτές τις συζητήσεις ακολουθούσε μια μακριά σιωπή, ώσπου μια μέρα η κυρία αποφάσισε να εκμυστηρευτεί πως αν έπεφτε ανάσκελα δεν θα μπορούσε πια να ξανασηκωθεί.

Στην παρατήρηση πως ανα πάσα στιγμή, βρίσκονταν στην διάθεσή της περίπου 45 άνθρωποι για να την βοηθήσουν στο πρώτο τρίκλισμα, εκείνη απάντησε με ένα βλέμμα αυστηρό, που κάρφωνε και τρυπούσε το ξύλινο πάτωμα, πως «το ίδιο της κάνει».

Κάποιες βραδιές αργότερα, κάποιος απ’ τη μεγάλη αυτή συνάθροιση των φροντιστών φώναξε πως είδε στο πάτωμα να στέκει και να παλεύει ανάσκελα μια κατσαρίδα που είχε πέσει κάπου απ’ το νεροχύτη. Μαζεύτηκαν να παρακολουθούν όλοι τον πολύωρο αλλά μάλλον μάταιο αγώνα της να γυρίσει πάλι μπρούμυτα, την ώρα που οι άλλες κατσαρίδες κυκλοφορούσαν στο πάτωμα και προσπερνούσαν αδιάφορες πλάι της.

Ξέρετε αν μια κατσαρίδα γυρίσει ανάσκελα, αυτό ισοδυναμεί με τον θάνατό της.

Ήταν πολύ θλιβερό.

Γύρισαν όλοι πίσω στα κρεβάτια τους με μια εμφανή μελαγχολία, και για κάποιο ανεξήγητο λόγο, δεν ξαναρώτησε ποτέ κανείς τίποτα την κυρία.

Περιορίστηκαν στο να ανακουφίσουν όσο γινόταν το φόβο της κυρίας να μην πέσει ανάσκελα, να την συνοδεύουν παντού, να της προσφέρουν το χέρι τους να στηριχτεί, να τις αγοράζουν παπούτσια με αντιολισθητικές σόλες και διάφορα άλλα βοηθήματα για την ισορροπία.

Και κάπως έτσι συνεχίστηκε η ζωή της κυρίας που φοβόταν να μην πέσει ανάσκελα, και δεν ήταν καθόλου χειρότερη από πολλές άλλες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *