Η Θάλασσα (1961)

Κείμενο του Αριστοτέλη Κ. Γραμματικάκη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μεσόγειο το 1961

Μεσόγειος
Μεσόγειος

      

ΤΟΣΑ χρόνια, τόσους αιώνες ίσως ο Κρητικός την αγνοούσε τη θάλασσα. Στη γειτονιά του ζούσε κι ανάσαινε και θύμωνε και γαλήνεψε και φουρτούνιαζε και καταστάλαζε και τραγουδούσε και μοιρολογούσε και έδερνε και χάιδευε ένα γύρω το νησί του και όμως αγνοούσε την ύπαρξί της. Και να τώρα που μονομιάς, για να βγάλη τη χασούρα αιώνων, ρίχτηκε στην αγκαλιά της κυριολεκτικώς με τα μούτρα με χίλιες αφορμές, με χίλιες προφάσεις. Από την Αγιά Πελαγιά ως τη Μίλατο, την Κυριακή χιλιάδες αυτοκίνητα όλων των τύπων, πούλμαν, λεωφορεία, Γιώτα Χι, είχαν καλύψει την ακρογυαλιά σε μήκος ογδόντα χιλιομέτρων. Ένα πλήθος ανθρώπων όλων των ηλικιών και των δύο φύλων, όλων των καταστάσεων, σχημάτιζαν την πολύχρωμη και ποικίλη φάλαγγα που χοροπηδούσε και πηγαινοερχόταν ανάμεσα στους αφρούς του κύματος και τη δαντέλλα των ακρογυαλιών. Χιλιάδες, μυριάδες. Και στα μεταξύ, άλλοι Ηρακλειώτες, περισσότερο τολμηροί αυτοί, είχαν διασχίσει κατά πλάτος το νησί να πάνε στη νότιο θάλασσα από τη Γεράπετρο στην Άρβη, στον Τσούτσουρο, στους Καλούς Λιμνιώνες, στα Μάταλα, στην Αγία Γαλήνη. Καϋμένη Κρητική θάλασσα. Χρόνια και αιώνες έζησες ήσυχη. Και να τώρα που είσαι υποχρεωμένη να περιποιηθής, να πορέψης, να ευχαριστήσης όλο αυτό τον κόσμο που ως τα χθες σε αγνοούσε και σήμερα σε ερωτεύθηκε και σ’αγαπά και σε λατρεύει σαν από ομαδική παράκρουσι.

***

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Βοσκάκης και ο Μανώλης Αδαμάκης –ώρες καλές να έχουν- με εμύησαν στην από στερηάς ψαρική τώρα και τριάντα χρόνια. Ψαράδες στεριανοί ήσαν τότε στο Ηράκλειο οκτώ ή δέκα. Εμείς οι τρεις, ο δικηγόρος κ. Μάνθος, ο έμπορος κ. Παπαδάκης, ο καθηγητής κ. Ξανθάκης, ο υπάλληλος του Δήμου κ. Βούλγαρης, ο σαπουνεργάτης κ. Αλατζάς και ο αείμνηστος Μπρουλιδάκης. Οκτώ-δέκα ψαράδες όλοι-όλοι και χιλιάδες ψάρια στα ακρογυάλια του Ηρακλείου από τον Αλμυρό ως το Κακό Όρος. Σήμερα οι όροι έχουν αντιστραφή. Χιλιάδες ψαράδες και ελάχιστα ψάρια. Η υπόθεσις, ωστόσο, κάθε άλλο παρά έχασε το θέλγητρό της. Μπορεί να μην υπάρχουν πια ψάρια. Οι ακρογυαλιές όμως τώρα της Κρήτης είναι γιομάτες κυρίως τις Κυριακές από αναδυόμενες και καταδυόμενες Αφροδίτες. Έτσι τα μάτια, κυριολεκτούσης της λαϊκής παροιμίας, τρώνε ψάρι που πάει καπνός. Τα μάτια δηλαδή των νεωτέρων. Γιατί εμείς οι παλαίμαχοι σταθήκαμε και σ’αυτό άτυχοι. Όταν είχαμε μάτια δεν υπήρχε ψάρι αυτού του είδους.

***

ΨΑΡΕΥΑ τώρα και καμμιά δεκαριά βδομάδες στην αρχή του καλοκαιριού, ανατολικά της Χερσονήσου. Είδα βέβαια εκεί, όταν έφθασα στο μέρος που θα ψάρευα, ένα αυτοκίνητο ρεμιζαρισμένο μα δεν κάθησα να σκεφτώ το τι μπορεί να ζητούσε. Ετοίμασα το καλάμι μου, το πέταξα και αφοσιώθηκα να παρακολουθώ το φελό πότε θα βούλιαζε, σημείο πως τσίμπησε το ψάρι. Όπου μια στιγμή πήρε το μάτι μου ανοικτά τρία πράσινα ή κόκκινα σημεία σαν μπάλλες του βόλεϋ-μπωλ που επέπλεαν. Όταν τα σημεία πλησίασαν και είδα πως επρόκειτο για Αφροδίτες που είχαν κολυμπήσει ως τ’ανοικτά και τώρα επέστρεφαν, φώναξα δυνατά:

– Ε κοπέλλες. Δεξιώτερα ή αριστερώτερα σας παρακαλώ. Όχι κατεπάνω μου γιατί θα μου διώξετε τα ψάρια.

Εκείνες πήραν βουτιά και εξαφανίστηκαν. Τράβηξαν δεξιά, βγήκαν στη στεριά και κάποια στιγμή τις ένοιωσα πίσω μου. Γύρισα και τις γνώρισα. Ήσαν δύο νεαρές Ηρακλειώτισσες αδελφές και μια φιλοξενούμενή των από την Αθήνα. Και βέβαια, κατά πως το ήθελε η ατμόσφαιρα, άρχισε η συνηθισμένη επίδειξη πνεύματος:

– Τι θα δίνατε να πιάνατε στο αγκίστρι σας μια από εμάς;

Διηγήθηκα τότε στα κορίτσια την ιστορία του Μήδα που προσευχήθηκε στους Θεούς ό,τι αγγίζει με τα χέρια του να γίνεται χρυσάφι και οι Θεοί εισάκουσαν την προσευχή του.

– Και ύστερα; είπαν τα κορίτσια.
– Και ύστερα ο δυστυχισμένος Μήδας απέθανε από την πείνα. Γιατί άγγιζε το ψωμί να το φέρη στο στόμα του, μα το ψωμί γινόταν χρυσάφι. Και το χρυσάφι δεν τρώγεται.

***

Τα τρία χρυσόψαρα έφυγαν ευχαριστημένα με το κοπλιμέντο. Κι εγώ παρακολουθούσα το φελό περιμένοντας να βουλιάξει.

 

Ο ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *