Η αντιφατική εικόνα του (πολιτικού) Μίκη Θεοδωράκη

Μιχάλης Παπαχατζάκης
Μιχάλης Παπαχατζάκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης ενσαρκώνει μια μεγάλη αντίφαση που δεν γίνεται εύκολα κατανοητή σε όποιον έχει φτιάξει μια ιδεατή εικόνα για εκείνον • ή σε όποιον δεν έχει παρακολουθήσει όλη την πολιτική του διαδρομή ή, για να το πάω και πιο πέρα, σε όποιον δεν έχει επεξεργαστεί όλες τις αλλαγές στην πολιτική της ελληνικής Αριστεράς-στην οποία ο Θεοδωράκης ακόμα και σήμερα έχει αναφορά-από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα. Και για αυτό το λόγο απογοητεύεται κανείς από το εξαιρετικά διχαστικό λογύδριο που έβγαλε στη συγκέντρωση της Αθήνας για το Μακεδονικό. Μεταξύ των άλλων, μίλησε για «εθνομηδενισμό» και «φασισμό με αριστερό πρόσημο», λεξιλόγιο που ανήκει ξεκάθαρα στον πολιτικό χώρο από τη Δεξιά και παραπέρα. Είπε όμως και «είμαι πατριώτης διεθνιστής». Αντίφαση; Όμως η πορεία του δεν μπορεί να χαραχτεί σε μια ευθεία γραμμή, τάση που έχουμε πολλοί όταν αναφερόμαστε σε «προσωπικότητες». Έτσι οι παρεκκλίσεις φαντάζουν ακατανόητες.

Η κυρίαρχη εικόνα, αυτή δηλαδή που μέχρι σήμερα έχει αποτυπωθεί στην μνήμη του ελληνικού λαού, δεν έχει σχέση με την εικόνα που έδειξε την Κυριακή. Είναι άλλη, και έχει κεντρική αναφορά στη μουσική του. Τα τραγούδια που συνέθεσε εξέφρασαν την αντίσταση του ελληνικού λαού σε περιόδους πολύ δύσκολες, με άλλα χαρακτηριστικά όμως σε σχέση με σήμερα. Ο ίδιος πήρε μέρος σ’ αυτήν συστρατευόμενος με την Αριστερά. Επίσης, τα τραγούδια του έφεραν τους μεγάλους Έλληνες ποιητές σε κάθε σπίτι και τους καλύτερους τραγουδιστές στα αυτιά μας. Αυτό είναι το αθάνατο και ομογενές έργο του. Το οποίο και τελείωσε όταν τα παραπάνω εξαντλήθηκαν. Όπως είπε και ο ίδιος σε μια συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» το 1998:

«Μία Αριστερά υπήρξε. Σήμερα δεν υπάρχει. Ακτινοβολίες της είναι. Εγώ πιστεύω ότι η γνήσια Αριστερά στην Ελλάδα ήταν την εποχή του ΕΑΜ, η οποία έφτασε, μπορούμε να πούμε, μέχρι τους Λαμπράκηδες. Πιστεύω ότι το ΕΑΜ, ΕΠΟΝ με Λαμπράκηδες, ήταν ένα πράγμα. Μετά δεν έμεινε τίποτα. Δηλαδή, ξεράθηκε η λίμνη, δεν υπάρχει τίποτα.

Αριστερά φυσικά και υπάρχει, αν και στο Σύνταγμα μίλησε γενικά σε ιδεολογικούς αντιπάλους της. Ο Μίκης αναφέρθηκε στην Αριστερά της εποχής του, αυτή που τον έβαλε μπροστά.

Στην ενασχόλησή του με την πολιτική τα πράγματα είναι μπερδεμένα. Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Ο ΕΠΟΝίτης και μακρονησιώτης Μίκης ήταν ο επικεφαλής της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, οι συναυλίες του απαγορεύονταν-ο ίδιος είχε ξυλοκοπηθεί κιόλας από την αστυνομία-όμως ήταν και αυτός που ξεστόμισε το 1974, πριν την πτώση της Χούντας, το «Καραμανλής ή Τανκς». Αλλά στην πραγματικότητα, μόνο αυτός το είπε; Τα δυο ΚΚΕ το 1974 είχαν εντελώς άλλη άποψη; Όχι• και τα δυο, ιδιαίτερα το ΚΚΕ εσ. με το οποίο επίσης είχε αρκετές σχέσεις,  κατά τη διάρκεια της Χούντας, προπαγάνδιζαν την κυβέρνηση εθνικής ενότητας μαζί με τις δυνάμεις του προδικτατορικού αστισμού. Και είχαν τις ανάλογες επαφές, πολλές εκ των οποίων τις έκανε ο Θεοδωράκης σαν η πλέον αναγνωρίσιμη προσωπικότητα της Αριστεράς. Όταν οικοδομήθηκαν οι συνεργασίες με τον Αντρέα Παπαντρέου και πάλι ο Μίκης πρωτοστάτησε.

Η μεταπολίτευση στη συνέχεια υπήρξε ένας μεγάλος συμβιβασμός, καταρχάς μεταξύ ΗΠΑ και ΕΟΚ για τον προσανατολισμό της Ελλάδας, αλλά και ένας πρόσκαιρος μεταξύ Δεξιάς-Κέντρου και Αριστεράς για τον λεγόμενο εκσυγχρονισμό της πολιτικής σκηνής του τόπου. Ο Μίκης Θεοδωράκης τοποθέτησε εαυτόν εν είδει γέφυρας προς όλους. Αργότερα έγινε βουλευτής και υπουργός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Πότε; Αμέσως μετά που το ενιαίο τότε κόμμα της Αριστεράς-ο Συνασπισμός-έκανε βραχύβιες συγκυβέρνησεις με τη ΝΔ (Τζαννετάκη) και στη συνέχεια και με το ΠαΣοΚ (Ζολώτα). Όταν δηλαδή ο πρώτος κύκλος της μεταπολεμικής Αριστεράς έφτασε στο τέλος του-με μια πολιτική αυτοκτονία. Δηλαδή, έτσι όπως άρχισε-νέος τότε ο Θεοδωράκης-με τις επιθέσεις φιλίας προς την Ένωση Κέντρου.

Και τα πράγματα δεν σταματούν εδώ. Σαν συνέχεια της προηγούμενης στάσης μου έρχεται η χρέωση του «Καραμανλής ή τανκς». Και δικαίως ήθελα να ήμουν συνεπής. Δεν πολιτικάντιζα. Δεν διέψευσα τον εαυτό μου. Αλλά καταλαβαίνεις αυτό τι μου στοίχισε. Ο κόσμος θεώρησε ότι είμαι αποστάτης, προδότης του μεγαλύτερου ιδανικού. Αυτό, λοιπόν, για εμένα ήταν το πιο μεγάλο λάθος.

Εγώ, ωστόσο, δεν συνεργάστηκα με τον Καραμανλή, ούτε υπουργός του έγινα ούτε τίποτα, ακόμα και με τον Μητσοτάκη που έγινα υπουργός δεν το έκανα για να πάρω οφίτσια κ.λπ., είχα τότε μια άλλη ιδέα και αυτό ήταν λάθος. Ναι, και με τον Μητσοτάκη ήταν επίσης λάθος.

Δεν ήταν ο μόνος που έκανε λάθος τότε…

Αυτό ήταν και το κύκνειο άσμα του στην ενεργό πολιτική. Η συγκεκριμένη εποχή και για τον ίδιο και για την επίσημη Αριστερά έκλεισε. Η πολιτική που υπηρέτησε τόσα χρόνια ξεπεράστηκε.  Άρχισε μια καινούργια, στην οποία ο Μίκης Θεοδωράκης δεν εξέφραζε πλεόν αντιφατικές πολιτικές γραμμές κομμάτων, αλλά τις δικές του αποκλειστικά-που ήταν ακόμα πιο αντιφατικές. Αυτές ήταν σε πλήρη αρμονία με την σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό που επικρατούσε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την πλήρη επικράτηση της Δύσης, των ΗΠΑ. Η αντίσταση (στην οποία ακόμα πιστεύει) σε αυτήν την «Νέα Τάξη» είχε πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι προδικτατορικές αντι-ιμπεριαλιστικές απόψεις που διατύπωνε νοθεύτηκαν με μπόλικο εθνικισμό και ξεδοντιάστηκαν, οι πολιτικές του παρεμβάσεις πότε ευνοούσαν τον έναν και πότε τον άλλον, γενικά δεν έβγαινε άκρη και ο περισσότερος κόσμος σταμάτησε να δίνει βάση. Οι πολιτικές του παρεμβάσεις δεν συζητιόταν ευρέως, γιατί πλέον απηχούσαν καθαρά προσωπικές απόψεις. Άλλωστε, ο ίδιος πάντα εξέφραζε βασικά τον εαυτό του, άλλοτε εντός κάποιου συγκεκριμένου πλαισίου και στη συνέχεια εκτός. Ενεργό πολιτική βέβαια μπορεί να θεωρήσει κανείς και τη «Σπίθα». Με αυτήν άνοιξε μια ιδιότυπη συνεργασία με δημαγωγούς εθνικιστές, τα αποτελέσματα της οποίας φάνηκαν.

Και έτσι προέκυψε αυτή η τάχα ενωτική παρέμβαση μπροστά σε ένα κοινό, το οποίο περιελάμβανε ακόμη και φασίστες, χωρίς να ενοχλείται, και το οποίο κοινό και πάλι δεν μπορεί εύκολα να τον αγκαλιάσει, παρόλο που του παραχαΐδεψε τα αυτιά με όλα όσα αυτός είπε. Διότι ο ίδιος δεν μπορεί να αρνηθεί  πλήρως  το παρελθόν του. Θα ακύρωνε έτσι την εξήγηση του σπουδαίου έργου του. Θα έβριζε τον λαό που τον ανέδειξε. Και ο Θεοδωράκης δεν ήταν Σαββόπουλος, περαστικός δηλαδή από το νεολαιίστικο και λαϊκό κίνημα. Όπως επίσης δεν είναι περαστικός ούτε από τις πολιτικές απόψεις που εκφράστηκαν από τους συνομιλητές του στο Σύνταγμα στις 4/2/2018. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι για πολλές δεκαετίες ένας «πασπαρτού» της πολιτικής. Ο ίδιος έδωσε αυτόν το ρόλο στον εαυτό του και τον επιμελήθηκε. Οι μεγάλοι παλιοί αγώνες του στο πλευρό του λαού με τίποτα δεν ακυρώνονται, άλλωστε τα αποτελέσματά τους τα ζούμε ακόμα• ούτε όμως και οι παλινωδίες του.  Παραπάνω βρίσκεται η εξήγησή τους.

Εν κατακλείδι, ο πολιτικός Μίκης Θεοδωράκης σήμερα είναι  η απεικόνιση μιας ιδεολογικής θολούρας για την οποία μεγάλο μερίδιο ευθύνης στην Ελλάδα αντιστοιχεί και στο ΣυΡιζΑ, με την αναντιστοιχία (παλιών) λόγων και (σημερινών) πράξεων. Η μετέπειτα εκμετάλλευση της συγκεκριμένης παρέμβασής του Θεοδωράκη, και με τα χαρακτηριστικά που πήρε τελικά, έπρεπε κανονικά να τον είχε απασχολήσει. Εδώ απασχόλησε από πριν τόσους και τόσους θαυμαστές του έργου του. Το ότι του δόθηκε βήμα να μιλήσει ίσως αποτελούσε την προτεραιότητα για αυτόν.