Η Ανεζίνα και ο τράγος της (1966)

Πασχαλινή ηθογραφία του Τέλη Άλκη (Αριστοτέλη Κ. Γραμματικάκη) που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μεσόγειο το 1966

Μεσόγειος
Μεσόγειος

 

Θα ήταν ηλικίας πέντε ή έξη εβδομάδων το μικρό χαριτωμένο και πηδηχτάρικο κατσικάκι του Παναγιώτη της Χατζη Μιχάλαινας, όταν ξέκοψε από τη μάνα του και από τον αυλόγυρο του αφεντικού, πέρασε δρόμους, σκαρφάλωσε σε κακοτοπιές, πήδηξε σε ταράτσες και σε αυλές, σε δώματα, σε μπαλκόνια και, τέλος, έφθασε, στην τύχη, στην αυλή της Ανεζίνας του Κουρουπομιχελή, φοβερά απειλή για τις γλάστρες της με τα λουλούδια και τις λοιπές ανοιξιάτικες πρασινάδες.
– Τίνος διαόλου είναι, ήμαρτον Θε μου, τούτο το ριφάκι; στέναξε η Ανεζίνα και πήρε βέργα να το κυνηγήση.
Παράτυχε όμως, η Καλλή του Μεϊμάρη, φιλενάδα «εξ απορρήτων» της Ανεζίνας που είχε στο μυαλό της άγραφο μητρώο όλων των ζωντανών του χωριού, από τη χούρδα όρνιθα της Μπιρμπίλαινας, το ξενικό γουρούνι του Μωϋσογιώργη, ως την άσπρη αράπικη φοράδα του καπετάν Κεντανέ.
– Κατέχεις, μωρή Ανεζίνα, τίνος είναι το ριφάκι; Του Παναγιώτη του Χατζή Μιχάλη είναι, κακομοίρα μου. Καλό σημάδι σ’το πέμπει ο Θεός, Μεγαλοσαββαθιάτικο και η Αγία Ανάστασις του Κυρίου.
Η Ανεζίνα κοκκίνησε.
– Λες μωρή;
– Όπως με θωρείς και σε θωρώ. Αλλοίμονο δα να μην κατέχω τίνος είναι το ένα ωζό και τίνος το άλλο. Τι θα ζούσα τότε στον κόσμο να έκανα;

***

Ανάμεσα στον Παναγιώτη και την Ανεζίνα υπήρχε ένα κρυφό αισθηματάκι, από εκείνα τα τρυφερά, όλο ρωμαντισμό και καρδιοκτύπι αισθήματα του παληού καιρού που εξεδηλώνοντο μονάχα με αμοιβαίο κοκκίνισμα, όταν ο νέος και η νέα συνέβαινε να συναντηθούν τυχαία στο δρόμο, στο βουνό, στον κάμπο, στην εκκλησιά, στο πανηγύρι, σε φιλικό σπίτι ή σε δημόσιο γλέντι. Ο Παναγιώτης ήταν υπερβολικά δειλός στα θελήματα του έρωτα και η Ανεζίνα εξαιρετικά ευαίσθητη στα θέματα της κοριτσίστικης ντροπαλωσύνης. Θα τραβούσε, λοιπόν, το πράγμα έως τη Δευτέρα Παρουσία, αν η τύχη δεν έσμιγε την τουριστική τόλμη του μικρού κατσικιού με την πονηράδα και τον μεθοδισμό της Καλλής του Μεϊμάρη.
– Θες τη βουλή μου Ανεζίνα; Είπε στη φιλενάδα της.
– Κι αμέ δεν την θέλω; Απάντησε πρόθυμα αλλά κάπως αμήχανα η Ανεζίνα. Ίντα λες να κάμω; Να του πέψω το ριφάκι με τη μάνα μου; Ίσως να θέλουν να το σφάξουν σήμερο για να το’χουν αύριο πού’ναι Λαμπρή, να το γυρεύουν και να μην το βρίσκουν.
Η Καλλιόπη ανασκουμπώθηκε και πήρε ύφος συνταγματάρχη που δίδει εντολές στο δεκανέα:
– Τον κακό σου τον καιρό κουζουλή. Ν’αφήσεις τη μάνα σου εκεί που βρίσκεται, μα αυτή το έφαε το κουλούρι της, η σειρά σου είναι να φας το δικό σου αν είσαι άξια να το βγάλης από το φούρνο. Πιάσε το ριφάκι που σου πέμπει η Αγία Ανάστασις – συμπάθα με Θε μου που σε βάνω με τα ρίφια – μπερδούκλωσέ το στην ποδιά σου, κράτιε καλά τις άκρες να μη σου φύγη και ξεκίνησε να του το πας μοναχή σου. Απού κάθεται μαργώνει κι απού πορπατεί μαζώνει.
– Μα πάει, μωρή; Δεν είναι ντροπή;
– Πού τη βλέπεις την ντροπή, θεοπάλαβη, απονήρευτη, αχαΐρευτη; Ήλθε το ζωντανό στο σπίτι σου, χρέος έχεις να το πας σε κείνον που το έχει. Χρέος έχει κι εκείνος να σου πη «ευχαριστώ σε Ανεζίνα και συμπάθα με για τον κόπο που σου έδωσα άθελά μου». «Ευχαριστώ» ο ένας, «καλέ δεν πειράζει» ο άλλος, «και πως το γνώρισες πως ήταν δικό μου» εκείνος, «αλλοίμονο δα να μη γνωρίζω τα ζωντανά σου, εγώ με τον ίσκιο σου ζω…»
Στο σημείο αυτό της διδαχής η Ανεζίνα επαναστάτησε:
– Δεν το λέω ετουτονά το τελευταίο ό,τι κι αν κάνης Καλλιόπη. Ντρέπομαι.
– Μην το πης αφού ντρέπεσαι. Βρες κάτι άλλο να πης. Και πες ο ένας, πες ο άλλος, το πράγμα θα έρθη μοναχό του.

 

Τα δυο κορίτσια έβαλαν στη μέση το μικρό παιγνιδιάρικο τετράποδο, πρότειναν τα χέρια των, άνοιξαν τις αγκάλες των, πήδηξαν εμπρός πίσω, έτρεξαν αριστερά δεξιά και, τέλος, κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν το κατσικάκι που κύτταζε τις κοπέλλες σαστισμένο με τα αθώα μεγάλα μάτια του.
– Βάλε το, τώρα, στη μαντήλα σου, σφίξε τους ρουκούνους να μη σου φύγη, άντε στο καλό και μαζύ σου ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός που θα αναστηθεί αύριο, να πέψη στο «πυρ το εξώτερον» τους κερατάδες τους Εβραίους που τον εσταυρώσανε. Και για κύττα. Μονή φεύγεις, διπλή να γυρίσης.
– Από τ’αυτί σου και στο δάσκαλο;
– Το γοργό και χάριν έχει Ανεζίνα. Άκου με και δεν θα το μετανοιώσης. Ο Θεός σού’πεψε το μικρό τραγάκι για να κερδίσης μ’αυτό το μεγάλο τράγαρο.
Για τέταρτη φορά, από τότε που οι δυο κοπέλλες συζητούσαν, η Ανεζίνα γίνηκε παπαρούνα.
– Τράγος είναι, μωρή, ο άνθρωπος;
– Τράγος είναι κακομοίρα. Κι αμέ τι’ναι. Αρσενικός δεν είναι; Οι αρσενικού είναι οι τράγοι κι εμείς οι θηλυκές οι αίγες.

***

Η Χατζή Μιχάλαινα υπεδέχθη στο κατώφλι του σπιτιού της με έκπληξι, θαυμασμό, προσήνεια, χαρούμενο βλέμμα και στοργικό χαμόγελο την Ανεζίνα.
– Καλώς το Ανεζινιό. Κόπιασε κοπέλλα μου. Ίντα τρέχει;
Η Ανεζίνα χαμήλωσε το βλέμμα το κάρφωσε στο πάτωμα και απάντησε αμήχανα, χαϊδεύοντας το μικρό αιχμάλωτο που, νιώθοντας ότι βρέθηκε σε δικό του περιβάλλον, σκιρτούσε να φύγη από την ποδιά της.
– Τούτο το ριφάκι εξενέρισε στο σπίτι μας στην άλλη μεριά του χωριού. Η Καλλή του Μεϊμάρη μου είπε πως είναι δικό σας και σας το έφερα, μπας και θέλετε να το σφάξετε ημέρα που είναι.
Η κοπέλλα άφησε τις άκρες της μαντήλας, το ριφάκι πήδηξε κι έτρεξε στην αυλή και, εκτοπίζοντας τα άλλα δυο αδελφάκια του, άρπαξε λαίμαργα το βυζί της μάνας του κατσίκας. Η Χατζή Μιχάλαινα αποθαύμαζε:
– Ω το σκοτωμένο, τσαναμπεθιά που σου έχει, να πιάση τα βατσιπέθια και να βρεθή στην άλλη άκρα του χωριού.
Ύστερα, υψώνοντας την φωνή της:
– Μωρέ Παναγιώτη. Που είσαι και δεν προσέχεις τα ρίφια σου, μόνο έπιασαν το χωριό και βάζουν σε μπελάδες τους ανθρώπους; Κάτσε κοπέλλα μου ναρθή ο γυιος μου, ένα σκαπετοστέλιαρο πελεκά απάνω στο δώμα, να σου πη ένα «ευχαριστώ»που βρήκες τον μπελά σου με τις κατσίκες του.
Ο Παναγιώτης εσάλταρε από το δώμα, επρόβαλε στην αυλή, είδε την Ανεζίνα. Και, με τη σειρά του, έγινε κατακόκκινος σαν το κόκκινο αυγό που προσέφερε η Χατζή Μιχάλαινα στην επισκέπτριά της για το καλό της ημέρας.
– Ανάθεμα να έχη για ρίφι, είπε για να κρύψη τη σαστισμάρα του από την αναπάντεχη επίσκεψι, αν δεν το σφάξω ίδια εδά να μάθη εκείνο να γυρίζη το χωριό.
– Άσε τις βλαστήμιες, αλειτούργητε, τον επετίμησε η μητέρα του, και σίμωσε να ευχαριστήσης την κοπέλλα που πήρε τον κόπο ναρθή στο σπίτι μας από την πε΄ρα γειτονιά για να ανεμαζώνει τα ζούμπερά σου. Και φέρε πράμμα να την κεράσης γιατί θα πεταχτώ στης γειτόνισσας να της πάω το προζύμι που μου δάνεισε.

***

Κανένας δεν έμαθε ποτέ το είπαν μεταξύ των ο Παναγιώτης και η Ανεζίνα όταν η Χατζή Μιχάλαινα τους άφησε μοναχούς «για να πάει της γειτόνισσας το προζύμι», που φυσικά το είχε πάει από το πρωί: Το μόνο γνωστό είναι ότι ο Στερεός ο Κουτουλάκης, ο περίφημος μαντιναδοποιός του χωριού, αναγκάστηκε να μεταποιήση, την ημέρα των γάμων του Παναγιώτη και της Ανεζίνας, το γνωστό λαϊκό δίστιχο που ορίζει τον τρόπο που «πιάνεται η αγάπη»:

Από το ρίφι πιάνεται
στον τράγο κατεβαίνει
και μες στα φύλλα της καρδιάς
ριζώνει και δεν βγαίνει

 

Τρία τέσσερα χρόνια αργότερα, ο μικρός αιχμάλωτος της Ανεζίνας είχε γίνει ένας μεγάλος τράγαρος με πυκνό ξανθό μούσι και παχειά κέρατα. Οι χωριανοί ρωτούσαν τον Παναγιώτη:
– Γιάντα μωρέ Παναγιώτη δεν σφάζεις τον τράγο σου; Ίντα τονε θες;
Αλλά το ζευγάρι δεν έσφαξε ποτέ τον τράγο του. Και όταν οι κατσίκες της γειτονιάς βρισκόντουσαν στην ώρα των, ο Παναγιώτης τον χάιδευε και τον ελευθέρωνε από τη βαρειά αλυσίδα του.
– Άντε να πας να τις βρης. Ήδωκές μου, δίδω σου.

ΤΕΛΗΣ ΑΛΚΗΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *