Ζέστη και μύγες

Οδυσσέας Γραμματικάκης
Οδυσσέας Γραμματικάκης

Μια που σήμερα ο κάπτεν Κώστας αποφάσισε να σας γράψει για ζέστες και σκόνη αληθινή της Αιθιοπίας, ζήλεψα κι εγώ, που στο Ντανακίλ όχι μόνο δεν έχω πάει ποτέ, αλλά δεν το έχω ονειρευτεί καν, κι είπα να προσθέσω μερικά λόγια, έτσι για να ανάψει ακόμα περισσότερο η ατμόσφαιρα.

Πριν χρόνια αρκετά, η αφρικάνικη σκόνη δεν είχε γίνει ακόμη της μοδός και ο καιρός, όταν του σπάγαμε για κάποιο λόγο τα νεύρα, μας εκδικούνταν απλά με κάτι ασύλληπτα κύματα ζέστης που κρατούσαν συνήθως δυο, το πολύ τρεις μέρες. Η τηλεόραση συνήθως τα αποκαλούσε μίνι – καύσωνες, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά έμπρακτα την καταστροφική της επιρροή στον πολιτισμό και την ποίηση.

Σε ένα τέτοιο λοιπόν κύμα, που πρέπει να πλησίαζε τους 40 βαθμούς μαζί με μια υγρασία απίστευτη, που σε έκανε να μην μπορείς να περπατήσεις πάνω από λίγα μέτρα χωρίς να λαχανιάσεις, είχαμε τη φαεινή ιδέα με έναν καλό φίλο να μπούμε στο αμάξι και να κινήσουμε προς τη θάλασσα, μπας και με μια γρήγορη βουτιά καταφέρναμε να έρθουμε λίγο στα συγκαλά μας. Και μια που ήταν Σαββατοκύριακο και χρόνος υπήρχε, αποφασίσαμε μονομιάς να μετατρέψουμε τη γρήγορη βουτιά σε εκδρομή κανονική. Φύγαμε λοιπόν, παίρνοντας μαζί μονάχα τα μαγιώ μας, για την αγαπημένη μας παραλία, τη Σούγια στα νότια Χανιά.

Αυτό που κανένας από μας τους δύο φωστήρες δεν είχε σκεφτεί ήταν πως η Σούγια, μαζί με τη γειτονική Παλαιόχωρα, είναι ίσως τα πιο ζεστά μέρη της Κρήτης. Κι επειδή στο αυτοκίνητο είχαμε κλιματισμό και δεν είχαμε καταλάβει γρι, όταν φτάσαμε νιώσαμε πανευτυχείς που είδαμε την παραλία άδεια και τα αρμυρίκια πανέτοιμα να δεχτούν τη σκηνή μας στη σκιά τους. Δεν κράτησε και πολύ. Γιατί με το που ανοίξαμε τις πόρτες και βγήκαμε έξω, νιώσαμε κι οι δύο πως είχαμε μετατραπεί σε κεράκια έτοιμα να λιώσουν, και για να γλιτώσουμε το τομάρι μας τρέξαμε και κρυφτήκαμε στη σκιά της κοντινότερης καφετέριας. Εκεί κάναμε μια επείγουσα, ταχύτατη σύσκεψη, κι αφού απορρίψαμε την ιδέα της θάλασσας, επειδή όταν το δοκιμάσαμε καταλάβαμε πως μέχρι να τη φτάσουμε τα σανδάλια μας θα είχαν λιώσει και τα πόδια μας θα έβγαζαν εγκαύματα, αποφασίσαμε να περάσουμε όλη τη μέρα, και την επόμενη, στην ίδια καφετέρια και στο ίδιο ακριβώς τραπέζι, που τουλάχιστον είχε καλή σκιά και δέντρα και κάπως παλευόταν.

Δεν περάσαμε και άσκημα πάντως τελικά. Εναλλάσσαμε ασταμάτητα τους κρύους καφέδες με φυσικούς χυμούς από φρούτα και αμέτρητες κανάτες γεμάτες με παγάκια, που έλιωναν σε περίπου δύο λεπτά, και σε άλλα δύο γίνονταν χλιαρό νερό. Οι ντόπιοι, πιο συνηθισμένοι από μας στον καύσωνα, μπουγελωνόντουσαν μεταξύ τους με νεροπίστολα και λάστιχα, και που και που μπουγέλωναν κι εμάς, που τους απαντούσαμε με χαμόγελα απέραντης ευγνωμοσύνης. Αλλά η πιο ποιοτική, και πιο τακτική μας διασκέδαση, ήταν οι μύγες.

Ακριβώς δίπλα στο τραπέζι μας ήταν ένα κάγκελο αλουμινένιο γυαλιστερό, που ένα μικρό κομμάτι του ξέφευγε από τη σκιά και ήταν εκτεθειμένο όλη μέρα στον ήλιο. Τη θερμοκρασία του δεν θέλω καν να τη φανταστώ, αφού με το που καθόταν εκεί κάποια παραζαλισμένη από τη ζέστη μύγα, ψηνόταν σε δευτερόλεπτα, σα να είχε πέσει μέσα σε καυτό τηγάνι. Κι έτσι, όλη μέρα, τις παρατηρούσαμε να πετάνε πάνω από το κάγκελο μέχρι να φτάσουν στον βέβαιο θάνατό τους, μετρούσαμε τα θύματα και πολύ αραιά ανταλλάσσαμε και καμιά άσχετη κουβέντα, που μέσα στην τόση ησυχία καμαρώναμε πως γινόταν αυτομάτως σοφή. Τέτοιες ψωνάρες.

Μακρηγόρησα όμως, κι επειδή με ηθικό δίδαγμα κλείνουν πολλές καλές ιστορίες, έτσι λέω να κλείσω κι εγώ:

Αν κάποτε νιώσετε να σας παρενοχλεί επίμονα κάποια ιδιαίτερα ενοχλητική μύγα, δεν αξίζει να ασχοληθείτε και πολύ. Αργά ή γρήγορα, μόλις μπουν οι ζέστες, θα βρει τον τρόπο να ψηθεί από μόνη της.

(φωτογραφία: δύο έργα του Bill Brandt, αριστερά – Nude, Baie des Anges, France, 1959, δεξιά – Seaford, East Sussex Coast, 1957)