Εξορκισμένη γαστρεντερίτιδα

Τα κυματάκια πέφτανε στο πρόσωπο μου, με δρόσιζαν αντί να με μαργώσουν...

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης


Πριν λίγες μέρες μια γαστρεντερίτιδα με είχε αρπάξει από το αυτί και μου δωσε τόσο ξύλο που ούτε ο Μπαρμπαγιώργος δεν δίνει στο Βεληγκέκα άμα του στριτζώνεται. Φυσικά μόλις και μπόρεσα να φέρνω το δεξί μου πόδι μπροστά από το αριστερό, κατέβηκα στη θάλασσα να πάρω αέρα και καμιά συμβουλή.

Γέλασε μέχρι δακρύων όταν με είδε.

– Ήντα ‘παθες; Με ρώτησε με αναφιλητά γέλωτος.
– Γαστρεντερίτιδα, της είπα μισοτσαντισμένος.
– Κι εγώ ήντα θες να σου κάμω;
– Να με γιατροπορέψεις και να με γιάνεις.
– Ωραία λοιπόν, βούτα!

Μάνα μου αγαλίαση! Ένιωθα τόσο ζεστός στην αγκαλιά της, τα κυματάκια πέφτανε στο πρόσωπο μου, με δρόσιζαν αντί να με μαργώσουν… Γύρισα στο σπίτι μου πανευτυχής. Απηυδησμένη η γυναίκα μου με ρώτησε:

– Μη μου πεις πως πήγες και κολύμπησες!
– Ναι, της απάντησα, ωσάν τον πιτσιρίκο που απολογείται επειδή έφαε όλο το γλυκό βερύκοκο που είχε κρυμμένο στη ντουλάπα.
– Ε, δεν παλεύεσαι, συμπέρανε για εκατομμυριοστή φορά στη ζωή της.

Αποδέχτηκα τον παραλογισμό μου και πήγα να ξαπλώσω και να κουκουλωθώ. Ξύπνησα κάθιδρος και ρωτούσα πού είναι η θάλασσα.

Ποιά θάλασσα; με ρώτησε η κακότυχη. Όλη νύχτα ψηνόσουν στον πυρετό, παραμιλούσες κι ούτε ήξερες τι έλεγες. Σήκω τώρα να κάνεις ένα μπάνιο να φύγει η αρρώστια από πάνω σου.

Υπάκουσα.

Καλά δεν πάμε;

Κ.Α.Γ.